Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος
Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας. Το σχολείο αυτό άρχισε να λειτουργεί κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκικής δουλείας δεν ήταν όμως σε περίοπτη τάξη πλην όμως ήταν το μοναδικό σ΄ όλη τη περιοχή. Με το χρόνο όμως άρχισε και η αναγνώρισή του όπου και ονομάστηκε Φροντιστήριο. Σ΄ αυτό συνετέλεσαν περισσότερο οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Μουρούζες και Υψηλάντες όπου στις αρχές του 18ου αιώνα, ενθυμούμενοι την καταγωγή τους, άρχισαν να το επιχορηγούν οικονομικά για την γενικότερη ανύψωσή του. Το όνομα Φροντιστήριο φέρεται να έλαβε περί το 1682.
Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
Ο θεσμός της οικογένειας έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο για τους Έλληνες του Πόντου. Ήταν μαζί με την κοινότητα το βασικότερο κύτταρο κοινωνικής οργάνωσης στα χρόνια της δουλείας. Επικεφαλής της ήταν το γηραιότερο αρσενικό μέλος, ο παππούς(=πάππος)και ακολουθούσαν οι γιοί, ο καθένας με την γυναίκα του και τα παιδιά του. Αν ζούσε ο προπάππους (=λυκοπάππους), δηλ. ο πατέρας του παππού, τότε η πρωτοκαθεδρία ανήκε σε αυτόν.
Αντίστοιχη ιεραρχία υπήρχε και στα θηλυκού γένους μέλη της οικογένειας λυκοκαλομάνα (=προγιαγιά), καλομάνα ή τρανέσα μάνα (= γιαγιά), μάνα κ.λ.π. Επειδή η μακροζωία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στους χρόνους εκείνους, όπου οι πρώιμοι γάμοι ήταν κάτι το συνηθισμένο, στις περισσότερες οικογένειες υπήρχαν λυκοκαλομάνα και λυκοπάππος, συχνά μάλιστα ζούσαν και ο αρκοπάππος και η αρκοκαλομάνα (προπροπαππούς και προπρογιαγιά).
Η ποντιακή λοιπόν διευρυμένη οικογένεια κατοικούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι ή σε περισσότερα , υπήρχε όμως ένα κοινό ταμείο (κεσέ) που κρατούσε ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνδρας.
Η οικογένεια παρέμενε αρραγής, εφόσον στην κορυφή της πυραμίδας υπήρχε άρρεν πρόσωπο ο παππούς, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών της. Μετά το θάνατο του άρρενος αρχηγού (παππούς), κατά κανόνα διαλύονταν στις επιμέρους οικογένειες των δύο γενεών (πατέρας, μητέρα, παιδιά) που τη συνέθεταν. Η χήρα του αρχηγού πήγαινε με τον πρωτότοκο γιό, εφόσον δεν υπήρχαν στην οικογένεια ανύπαντρα παιδιά ή ανήλικα ορφανά από πατέρα, εγγόνια της, οπότε αναλάμβανε αυτή την προστασία τους, σαν αρχηγός χωριστής οικογένειας.
Στον Πόντο το κορίτσι ερχόταν στον κόσμο ισότιμο με το αγόρι, παρά την προτίμηση που υπήρχε στην απόκτηση αγοριού. Τα «πρωτοτόκια» για παράδειγμα, το πανάρχαιο προνόμιο του πρώτου παιδιού της οικογένειας δεν ίσχυε μόνο για το αγόρι, αλλά αυτοδίκαια, και για το κορίτσι. Σαν πρωτότοκο (πρωτικάρ) παιδί στην οικογένεια το κορίτσι, ήταν για τα υστερογέννητα αδέρφια «η τρανέσσα» και ο λόγος ο δικός της ήταν εκείνος που μετρούσε περισσότερο μετά το λόγο της μητέρας.
Το κορίτσι μετά το γάμο έχανε την έως τότε ανέμελη ζωή του, μέσα στη θαλπωρή του πατρικού σπιτιού και τοποθετούνταν στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της ιεραρχίας της οικογένειας του άντρα της. Στο δεύτερο σκαλοπάτι ανέβαινε μόνο αν τύχαινε να αποκτήσει η οικογένεια και άλλη νύφη μετά από αυτήν.
Το στύμνωμαν ή μασ’, ήταν μια συνήθεια που στερούσε από τη νύφη το δικαίωμα ν’ απευθύνει το λόγο στον πεθερό της και της επέβαλλε να μιλάει με τους άλλους τόσο χαμηλόφωνα, ώστε να μην γίνεται καν αντιλοιπτή η φωνή της από εκείνον, εκτός αν ο ίδιος της έδινε το δικαίωμα να του μιλάει ελεύθερα.
Η εικόνα της ποντιακής οικογένειας στην ύπαιθρο του Πόντου όπως φέναιται από την παραπάνω στεγνή περιγραφή της δομής και της εσωτερικής ζωής της, αδικεί την ποιότητα του ψυχικού κόσμου των προγόνων μας σχετικά με την ταπεινοτική , όπως με μια πρώτη ματιά δείχνει, θέση της γυναίκας νύφης. Αλλά τα σχετικά με τη θέση της στην οικογένεια έθιμα, είχαν γενική ισχύ, τόσο για εύπορες όσο και για φτωχές οικογένειες. Άλλωστε η ιεράρχηση ίσχυε και για τα αρρσενικά μέλη της οικογένειας, με διαβάθμιση περιορισμών και δικαιωμάτων και γι’ αυτά.
Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011
Το σπιτι με τα κατεβασμενα στορια...
Κείμενο του Δημήτρη Πιπερίδη στο τεύχος 16 του περιοδικού Άμαστρις.
Βρέθηκα πριν από λίγες μέρες στον κεντρικό δρόμο της Καλαμαριάς χάρις στο απελπισμένο SOS μιας καλής φίλης, που είχε την απερισκεψία να επισκεφτεί με το ανιψάκι της το βιβλιοπωλείο του «Ιανού» χωρίς να υπολογίζει το ξαφνικό μπουρίνι που ήταν ολοφάνερο ότι ερχόταν.
Καθώς τα σύγχρονα βιβλιοπωλεία δεν μου προκαλούν πλέον καμία εντύπωση -ίσως γιατί είχα την τύχη να προλάβω, έστω και στο λυκόφως τους, τα παλιά- και μη έχοντας κάτι πιο ενδιαφέρον για να περάσω την ώρα μου εν όσο ο πιτσιρίκος θα ταλαντευόταν ανάμεσα σε τερατοβριθή γιαπωνέζικα manga και αμερικανικής έμπνευσης κακοποιήσεις της ελληνικής μυθολογίας του τύπου «ο Ηρακλής και η Ζήνα στον πλανήτη των μεταλλαγμένων πιθήκων», στάθηκα κάτω από ένα μπαλκόνι κι άρχισα να χαζεύω τους περαστικούς, που έσπευδαν να προφυλαχτούν από την επαπειλούμενη νεροποντή.
Και τότε το μάτι μου έπεσε απέναντι, σ’ εκείνο το σπίτι. Ένα τυπικό διώροφο τσιμεντένιο σπίτι της δεκαετίας του ’70, από αυτά που τόσο γρήγορα έπνιξαν με την ομοιομορφία τους τις λιγότερο κεντρικές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Όλα του τα στόρια ήταν κατεβασμένα και μόνο από τις χαραμάδες της μίας μπαλκονόπορτας μπορούσε κανείς να διακρίνει ότι μέσα ήταν κάποιος με αναμμένο το φως.
Το σπίτι αυτό το ήξερα καλά, το είχα επισκεφτεί μερικές φορές πριν από πολλά χρόνια.
Ήταν το σπίτι του Γώγου Πετρίδη, του μεγαλύτερου λυράρη όλων των εποχών και του ανθρώπου που είχε στοιχειώσει με τη μεγαλοφυΐα του τα όνειρα κάθε φέρελπι λυράρη της εποχής μου (για τους νεώτερους δεν παίρνω κι όρκο…).
Δυστυχώς τον «Πατριάρχη» δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε το Πάσχα του 1984, λίγες εβδομάδες πριν πιάσω για πρώτη φορά λύρα στα χέρια μου. Πρόλαβα όμως να γνωρίσω τους τρεις γιους του και περισσότερο απ’ όλους τον μικρότερο, τον «Κωστάκη», που είχε ξεχωρίσει από τότε ως ο «χρυσός» διάδοχος της δυναστείας. Βλέπετε το σπίτι που είχα μπροστά μου, δεν ήταν απλά η κατοικία ενός μεγάλου λυράρη, αλλά ο ίδιος ο «ομφαλός» της ποντιακής μουσικής. Γενιές ολόκληρες από λυράρηδες περίμεναν να αναβλύσουν από εκεί μέσα οι θεϊκές εκλάμψεις της μουσικής φαντασίας, που θα μεταδίδονταν από λυράρη σε λυράρη, για να αποτελέσουν τη μουσική επιταγή της σεζόν. Μέχρι τουλάχιστον να βγει η επόμενη.
Προσωπικά ήμουν από τους τυχερούς, από εκείνους που όχι μόνο πρόλαβαν να ακούσουν το «Γωγοπούλ’» στο απόγειο της δόξας του, αλλά να κάνουν και κάποιου είδους παρέα μαζί του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα καλοκαιρινό βράδι του 1992. Ήταν η χρονιά που διάβαζα για τις πανελλήνιες και το τηλεφώνημα με βρήκε σκυμμένο πάνω στον «Οιδίποδα Τύραννο». «Βάζω το Γωγοπούλ’, βάζεις ένα μπουκάλι σίβας;», μου είπε η φίλη, που ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής. Ομολογώ ότι δεν έχω καμία απολύτως σχέση με το αλκοόλ. Για πότε όμως ξύπνησα τον μπακάλη του χωριού για ν’ ανοίξει το μαγαζί του και να μου δώσει δύο φιάλες ευγενούς οινοπνεύματος, για πότε σήμανα τηλεφωνικά προσκλητήριο προς την υπόλοιπη τσακαλοπαρέα, για πότε στρώθηκε το τραπέζι, για πότε τέλος κατέφθασε το ταξί με τον αναπάντεχο επισκέπτη, ούτε που το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, χάρη και σε μια πρόχειρη ερασιτεχνική ηχογράφηση που σώθηκε από εκείνη τη βραδιά, το τι ακολούθησε. Το Γωγοπούλ’ έπαιζε ασταμάτητα μέχρι τα ξημερώματα. Και δεν έπαιζε απλά, αλλά μεγαλουργούσε. Ελάχιστες φορές στη ζωή μου τον έχω ακούσει να παίζει με μεγαλύτερο πάθος και έμπνευση. Λες και γνώριζε από τότε τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Γιατί λίγο μετά και χωρίς κάποια προφανή αιτία αυτός ο μεγάλος λυράρης -αναμφίβολα ο μεγαλύτερος του καιρού του- άρχισε σταδιακά να αποσύρεται. Χωρίς μεγαλοστομίες και τυμπανοκρουσίες, χωρίς να δώσει καν μια απλή εξήγηση, κλείστηκε στο διώροφο της οδού Μεταμορφώσεως και ελάχιστοι πλέον από τους θαυμαστές του είχαν την τύχη να τον ξαναδούν και, κυρίως, να τον ακούσουν.
Η αποχώρησή του, σεμνή και διακριτική, όπως άλλωστε και ολόκληρη η ζωή του, προκάλεσε άπειρες συζητήσεις στο μικρόκοσμο των φανατικών της ποντιακής μουσικής. Κάποιοι την απέδωσαν στην απογοήτευσή του από τα νέα μουσικά ρεύματα που είχαν αρχίσει να εισβάλουν από τότε στο χώρο, κάποιοι άλλοι στην προβληματική σχέση του με τους τραγουδιστές, που είχαν πάρει οριστικά το πάνω χέρι στο ποντιακό πάλκο, άλλοι τέλος σε κάποια ακαθόριστη μελαγχολία, που τον βασάνιζε. Δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να αναζητήσω τους λόγους. Θυμάμαι μόνο ότι είχα θυμώσει πολύ με αυτή του την υποχώρηση, την οποία εξέλαβα σχεδόν ως λιποψυχία. Ίσως γιατί -παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας μου- συναισθανόμουν από τότε την τραγική περιπέτεια στην οποία είχε αρχίσει ήδη να μπαίνει η ποντιακή μουσική. Μια περιπέτεια την οποία ασφαλώς θα αντιμετώπιζε με λιγότερους κλυδωνισμούς, αν εξακολουθούσε να έχει στο τιμόνι της το χαρισματικότερο των θεραπόντων της.
Τα χρόνια που πέρασαν, τον θυμήθηκα πολλές φορές. Λιγότερο οργισμένος και περισσότερο ψύχραιμος -ίσως γιατί είχα ενοχληθεί κι εγώ από την ευκολία με την οποία έσπευσαν οι πάντες να τον επικρίνουν- άρχισα να αναπολώ τις παλιές καλές μέρες. Πάντοτε άλλωστε πίστευα ότι αυτόν τον άνθρωπο, που τόσες υπέροχες στιγμές μας χάρισε με τον ταλέντο του, εμείς οι Πόντιοι δεν τον καταλάβαμε ποτέ. Όπως ίσως δεν καταλάβαμε πλήρως ούτε και τον πατέρα του. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στην περίπτωση του Κώστα Πετρίδη βλέπαμε μόνο το εξωτερικό του περίβλημα, τα σπάνια χαρίσματα με τα οποία είχε προικιστεί, προκειμένου να κατορθώσει κάποτε να σκαρφαλώσει στο μουσικό Όλυμπο όπου τον περίμενε το πεπρωμένο του: ένα ταλέντο που ξεχείλιζε από παντού, ένα ανόθευτο μουσικό βίωμα που του επέτρεπε να εναλλάσσεται με εκπληκτική ευκολία από το ρόλο του βιρτουόζου σε εκείνο του σεμνού συνεχιστή μιας παμπάλαιας ερμηνευτικής παράδοσης, και τέλος, τα δάκτυλά του, τα μακρύτερα και ωραιότερα δάχτυλα που, εγώ τουλάχιστον, είδα ποτέ σε ανθρώπινο πλάσμα.
Αναρωτιέμαι συχνά τι θα γινόταν, αν δεν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Πως θα αντιμετώπιζε άραγε ο Κώστας Πετρίδης όλα αυτά τα καινοφανή φαινόμενα που ταλανίζουν το χώρο της ποντιακής μουσικής; Θα καταδεχόταν άραγε αυτός ο άνθρωπος-ορχήστρα να καθίσει δίπλα στους ξενόφερτους ηλεκτρονικούς «καταπατητές», που από ένα σημείο και πέρα ήρθαν και θρονιάστηκαν σχεδόν ετσιθελικά στο ταπεινό ποντιακό παλκοσένικο; Θα άντεχε να θέσει το όνομά του -και κυρίως όσα αυτό κουβαλούσε- υπό την (καλοπληρωμένη) σκέπη της ματαιοδοξίας ενός πιθανώς καλλίφωνου (αλλά πάντα καλοφτιαγμένου και ικανού στις δημόσιες σχέσεις) νεαρού τραγουδιστή; Θα είχε φαν κλαμπ; Και ποια θέση θα έπαιρνε, αν τον καλούσαν να σχολιάσει τους αιματηρούς πολέμους των θαυμαστών του με τις άλλες ποντιακές μουσικές φυλές του facebook; Είμαι βέβαιος ότι δεν θα έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί ο Κώστας Πετρίδης, όπως τον γνώρισα εγώ, είχε γεννηθεί για να παίζει μουσική και μόνο για αυτό. Ήταν ένας άνθρωπος καταδικασμένος να ζει μέσα στο μόνο χωροχρόνο που καταλάβαινε, εκείνο της μουσικής. Αυτό έκανε επί τόσα χρόνια και με αυτό ήταν ευχαριστημένος. Απλά κάποια στιγμή κοίταξε ξαφνικά γύρω του και διαπίστωσε ότι όλα ήταν εντελώς διαφορετικά από ότι τα ήξερε. Ούτε καν τα τραγούδια δεν ήταν πλέον τα ίδια. Είχαν χαλάσει κι αυτά.
Πήρε λοιπόν αθόρυβα τη μεγάλη απόφαση και μας άφησε. Μία και μόνη φορά δέχθηκε (για το χατίρι ενός καλού φίλου) να εμφανιστεί σ’ ένα μικρό μαγαζί στην Πτολεμαΐδα και μέσα σε δύο μόλις ώρες από τη στιγμή που ξεστόμισε από τηλεφώνου το απρόσμενο «ναι», τα τραπέζια του μαγαζιού είχαν γεμίζει με πλαστικές πινακίδες που έγραφαν «Ρεζερβέ». Ανέβηκε στο πατάρι, έπαιξε ολόκληρη τη νύχτα για όσους τυχερούς ήταν εκεί εκείνο το βράδι και από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε δημόσια.
Πίσω από τα κατεβασμένα στόρια της οδού Μεταμορφώσεως ζει, συντροφιά με τις αναμνήσεις του, ένας μεγάλος λυράρης. Δεν έχει πλέον ανάγκη από το χειροκρότημά μας.
Προφανώς μας ζύγισε, μας μέτρησε και μας βρήκε λειψούς. Εγώ όμως, που έχω μεγάλη φαντασία, τολμώ να σκεφτώ τι θα συνέβαινε αν μια εκ των ημερών «έπαιρνε ανάποδες» και επέστρεφε. Δεν ξέρω πως θα ήταν και πως θα έπαιζε. Αρκεί μόνο να επέστρεφε, έστω και προσωρινά. Θα ξεχνούσαμε για λίγο το γκρίζο μουσικό τοπίο που μας περιβάλει και θα αφηνόμασταν να παραδοθούμε στο γοητεία του αυθεντικού και του μεγαλειώδους. Θα πλημμύριζαν για λίγο τα ραδιόφωνα από το «Ο πρόσωπο σ’ τραντάφυλλον» και τη «Λεγνέσσα». Θα άκουγαν επιτέλους και οι νέες γενιές τι εστί λύρα ποντιακή και θα συμπλήρωναν οι νεαροί λυράρηδές μας τις γνώσεις τους με κάποια μαθήματα που τους λείπουν (όχι τόσο από νότες -αυτές τις έχουν γραμμένες στα πεντάγραμμά τους και με το παραπάνω- όσο από ήθος ερμηνευτικό). Και μετά ας επέστρεφε στην ερημία του κι ας μας άφηνε στην παρακμή μας. Γένοιτο!
Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011
Παρουσίαση του νέου Βιβλίου " Τα κομνηνά της Ξάνθης"
Ο Τάσσος Κοντογιαννίδης σας προσκαλεί στην παρουσίαση του νέου του Βιβλίου με τίτλο :
" Τα Κομνηνά της Ξάνθης "
την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 18 .30 στην αίθουσα της ΕΣΗΜΕΘ στιν οδό στρατηγού Καλλάρη 5 ( πλησίον Λεθκού Πύργου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν, οι Παντελής Σαββίδης, δηοσιογράφος της ΕΤ3, Γαβριήλ Λαμψίδης, δημοσιογράφος και ο συγγραφέας του.
Συντονίζει ο Σάββας Καλεντερίδης, γραμματέας της Ευξείνου Λέσχης Αθηνών.
Με τιμή,
Τάσος Κοντογιαννίδης
" Τα Κομνηνά της Ξάνθης "
την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 18 .30 στην αίθουσα της ΕΣΗΜΕΘ στιν οδό στρατηγού Καλλάρη 5 ( πλησίον Λεθκού Πύργου).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν, οι Παντελής Σαββίδης, δηοσιογράφος της ΕΤ3, Γαβριήλ Λαμψίδης, δημοσιογράφος και ο συγγραφέας του.
Συντονίζει ο Σάββας Καλεντερίδης, γραμματέας της Ευξείνου Λέσχης Αθηνών.
Με τιμή,
Τάσος Κοντογιαννίδης
Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011
10 αγαπημένα δίστιχα του Γιάννη Κουρτίδη
Αμον τα φύλλα ας σο κλαδίν ντο ρούζ'νε απ'έναν - έναν,
αέτσ' ρούζ'νε τα δάκροπά'μ και ζωγραφίζ'νε εσένα
Οντες κάθεσαι και χτενί'είς πουλόπο μ' τα μαλλία σ',
βάλτς 'ς σην καρδία μ' άψιμον και 'ς σα ψύα μ' φωτίας.
Πόσον καιρόν ογράσευα με τη φωτογραφία σ',
ν' εφτάγ' ατο και καλατσεύ, ν' ακούω τη λαλία σ'.
Εγάπ' είχα κι εχάσ΄ατο και με την αμελία μ',
'ς σα ξένα χέρα ελέπ' ατο και καείται η καρδία μ'.
Αχπάσκεσαι και που θα πας κι εμέν τίναν αφήνεις:
κρύον νερόν θα ίνουμαι,' ς σην στράταν για να πίνεις.
Απόψ' είδα σε'ς σ'όρομα μ', πουλί μ' σα θαλασσάκρα
έπεσες' ς σ'εγκαλόπο μου με τη χαράς τα δάκρα.
Ας σα ποταμολάλατσα ας έν' το μαξιλάρι μ'
ας κάθουμαι και λέω σας ντ' εδέβεν σο κιφάκι μ΄.
Τερώ τον ουρανόν γελώ, τη μάυρη γην και κλαίω,
τερώ τα ραχοκέφαλα, παρηυορίαν παίρω.
Τα μέσα τ'ς λεγνοπίαστα, μακρύν έν' το μαλλίν' ατ'ς,
εγώ να έμ' ο άγγελον που θα πάει παίρ' την ψήν ατ'ς.
Πλακίν ντο κείσαι κατωθύρ' 'ς σ' εγάπ'ς ιμ' το πορτόπον,
ελέπ'ς ατέν και χαίρεσαι κι εγώ τρώω το ψόπο μ΄.
Αυτά τα δίστιχα είναι από το πολύ αγαπημένο μας περιοδικό ΆΜΑΣΤΡΙΣ
του Δημήτρη Πιπερίδη
και θέλω να τον ευχαριστήσω θερμά για την καταπληκτική δουλειά που κάνει, άλλα και για την συνεργασία μας ...
Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011
Από τη Ζωή των Γυναικών στα παρχάρια.
Μια ανέκδοτη ιστορία
Συνέβαινε , σπάνια βέβαια, να διαταράσεται η ηρεμία και η ειρηνική ζωή των παρχαριών από τις αυθαιρεσίες, Τούρκων, οι οποίοι προκαλούσαν μικροεπεισόδια και παραβίαζαν τα σύνορα των παρχαριών. Καταπατούσαν με τα κοπάδια τους εκτάσεις, και αν δεν υπήρχε σθεναρή αντίσταση, τότε τα κατακρατούσαν κάνοντας τα δικά τους. Αυτή η τακτική έπρεπε να αντιμετωπισθεί άμεσα και δυναμικά από τους παρχαρέτας. Η πρωτοβουλία για την αντίδραση φυσικά ήταν των γυναικών και ιδιαίτερα της Παρχαρομάνας. Άνδρες στα παρχάρια δεν υπήρχαν.
Από ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη στα παρχάρια της Ζάβερας γύρω στα 1890 επιβεβαιώνεται η αλήθεαια των προκλήσεων και των αυθαιρεσίων των Τούρκων με σκοπό την κατακράτηση εκτάσεων των παρχαριών αλλά η αποτελεσματική αντίδραση των γυναικών.
Το καταγράφουμε όπως το αφηγήθηκε η μακαρίτισσα Σοφία Ζερζελίδου, παρχαρομάνα τότε στα παρχάρια της Ζάβερας.
-Θεία Σοφία, ε Θεία! Εγέντον ένα ώραν και το κεσόγλη το σουρίν εγιανλαεύτεν πέραν κιάν και εκλώστεν σα Φουρνόπα μερέαν.
Αέτς εβάρκιζεν ο Μήτον το κιρόν'τ'ανέψ τση παρχαρομάνας ας ση Ζάβερας τα καλύβια αποκεφαλού.
Η καλομάνα η Σοφία έκ'σεν το γνώριμον την λαλίαν και εξέβεν ας σο καλύβ'-ν-ατς. Και άλλ' παρχαρομάνες και ρομάνες, κορίτσια και νυφάδια εξέβαν ασα καλύβια τουν να ελέπνε ντό γίνεται οξουκέσ'. Του παιδά η λαλία ετσίριζεν άμον τσιμπόν και θα ετσέριζεν' τ ωτία τουν. Ετοπλαεύταν ση Σοφίας το καλύβ' εμπροστά και εκλώσταν και τερούν σα Φουρνόπα μερέαν. Εκεί ντό τερείς! Δύο τρανά σουρία πρόατα τ' έναν ας σην Τσιμεράν μερέαν και τα 'άλλο ας σο Λιμνίν μερέαν σιμών' και στέκ'νε σου Ψαρολίμν' το γιαζίν. Ερώτεμαν' κι θελ'. Ξένα πρόατα είν'. Τουρκαντίων βίος έν. Επιδέβαιν το συωόρ του παρχάρη ατουν και έρθαν συνευτά- συνευτά να βοσκίζ' νε του Ψαρολιμνί' το ζυγούδ΄. Ρομάνες, κορίτσια, ατό στέκετεν και τερείτεν, εκούιξεν η παρχαρομάνα η Σοφία και ελαίξεν το μουρμουλένεν το στουράκ, έναν αγραπιδένεν ξερόν κοντόχοντρον στουράκ΄, που είχεν ατο πάντα σο ζωνάρ'ν ατς κέσ'. Πάντα όσα φοράς κάποιος αν επείραζεν ατεν με τα 'εκείνο εδιόρθωνεν ατον. Χέρια ποδάρια, πλευρά τιδέν κι εφήνεν ατον. Παλληκαρού γυναίκα, και όλ'πα εσάευαν ατεν.
- Ντο θαμάζετεν.άμον παγωμέν'! Τα σουρία Τουρκαντίων βίος έν. Ατός αφορισμένον ο Κεσόγλης ξάν ετσαφίεν η κοτύλα τ', ξαν θέλ να παίρ' το μάθεμαν ατ'. Ντό στέκουμε! Ας εφτάμε εκείνο ντο πρέπ'. Ο λόγος τση παρχαρομάνας έτον νόμος, ποίος θα έλεγεν γιόκ.
-Σωστά λέει η Παρθέναη Ρομάνα, ντό στέκουμε. Ντό στέλουμε είπαν και άλλ'οι γυναίκ' και έτρεξαν να παίρνε σα χέρια τουν ήντιαν εύραν εμπροστά τουν, τσουντσουρούκια, στελία,υφτάρια,κρωπία,κερεντία.
Όλ κάτ'εύραν και επαίραν και εξέβαν ληγάρια- ληγάρια ας σου παρχάρη' το γιατάκ και επαίραν δρόμον σο βαθύν τ'ορμίν μερέαν. Επιδέβαν και εντώκαν σα Φουρνόπα κέσ.
Πολλά 'κι επήγεν εσίμωσαν το σουρίν. Τα σκύλία ύλαξαν και τεσσάρ'- πέντε νομάτ' τσιοπάν' αρματωμέν' με μαρτένια και κάμας εξέβαν εμπροστά. Δύ' νομάτ' έρθαν εμπροστά, άλλ' εσύριξαν τα πρόατα και εκείνα πα ερχίνεσαν να τοπλαεύκουνταν.
Αλλο μίαν οι παρχαρομάνες, πρώτεσα η καλομάνα η Σοφία εμπροστά και από πίσ' οι ρομάνες φοβερίζνε τσοι σιλιαχλήδες και λαϊζ' νε σον αέραν στουράκια, σακκουλοξύστες, στελία,κρωπία,και υφτάρια. Ξάϊ οπίσ' κι τερούν. Το σουρίν ετοπλαέφτεν. Τα τσοπανόσκυλα εσέγκαν τα ουράδια τουν αφκά σ' αντσία τουν και το ύλαγμαν ατουν ελάεν, εγέντον άμον κλάψιμον.
Κάτ' εθέλεσεν να λέει είνας ας σοί τσοπάντ'ς. Έχασεν το στόμαν ατ' και κράξ ! έφαεν τη στουρακέαν τσ' Σοφίας τση Παρχαρομάνας σο κιφάλ' απάν'.
- Γιανλής ολτού , λάθος εγέντον, καλομάνα, είπεν σιασιρεμένα ο μειζέτερον ας σοι τσοπάντ'ς. Δείσα έτον και εχάσαμε την στράταν.
-Γιανλής - μανλής 'κι εγροικώ και καλομάνα πα ' κι θέλω να λες με.Και δείσα πα να έτον και ΄κι έλεπαν τα στραβά σουν, πού έτον ο νούς εσούν ; . Να φεύετεν απαδακές. Αούτα τα μέρια πάντα τ'εμέτερα έσαν. Επάρτεν αλήγορα τ'αλκερά σουν και δεβάτεν ς'σ'εσέτερα τα παρχάρια. Και πέτεν εκείνον τον εφέντην εσουν, άλλο να μή γιαγκουλεύκεται και στείλ'τ'σας ας σο συνόρ' και πέραν. Και σπουτα πίνουμε Ζάβερας κρύον νερόν κανείς ξένος΄κι εμπορεί να διατάχκεται το βίον εμουν/ Αρ' φυέστεν απ' εμπροστά μουν, θα κατακλαδεύουμε σας. Κορίτσια, Λέει, ρομάνες, ωυφάδια, ψηλά τα κρωπία, τα υφτάρια, τα στελία, και εκείνε έσκωσεν ψηλά το μουρμουλένεν το στουράκ΄ντ΄εκράνεν σ'άγουριακόν το χέρ-ν-ατς και λέει ατς : Ακόμαν αδακά είστεν : Εριφάντ' εχπαράαν.
Αρ εσύριξαν, επεσύριξαν οι τυφεκλήδες οι τσοπάν', ετοπλάεψαν τ'άκλερα τουν, απαίραν τα παστρικά τουν και επήγαν εχάθαν, κ άλλο' κι εφάνθαν.
Οι ρομάνες πα εκλώσταν σα καλύβια οτυν και η Σοφία η τρανέσα η παρχαρομάνα εσέγκεν ξαν σο ζωνάρ ν ατς κέσ' το μουρμουλένεν το στουράκ΄ν ατς και είπεν εκείνε εκείνεν; << Ας έχουμε το νούν εμουν, ατα τα σκθλία οπίσ' 'κι πάγνε, ο θεόν και καίει ατς. Το μουρμουλένεν το στουράκ' εποίκεν το θάμαν εθε.
Να ευχαριστήσω μες απ την καρδιά μου την κυρία Όλγα Δουλγερίδου Μαρκεζίνη που μας εξέδωσε κάποιες Φωτογραφίες από δικό της αρχείο που τράβηξε στα παρχάρια της Πατρίδας μας ! Ευχαριστούμε ...
Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011
Ιστορία του χωριού Χορτοκόπι Ματσούκας Τραπεζούντος Πόντου
( Απόσπασμα του περιοδικού Άμαστρις )
Εις το νότιον μέρος της Τραπεζούντος και εις απόστασιν 25 χιλιομέτρων και επί της αμαξιτής οδού Τραπεζούντος Ερζερούμ, κείται η κωμόπολις Τζεβιζλίκ ( άλλως Δικαιόσημον) επί της συμβολής δύο ποταμίων, του Πυξίτου ( ή Μεϊράμ Ανέ ή Παναγίας) και του Μάτσκα τερεσί ( ή Πρυτάνεως) κατά τον αρχημανδρίτην Πανάρετον Τοπαλίδην, συγγραφέα της ιστορίας της 1. Μονής Βαζελώνος. Εις την κορυφήν του σχηματιζομένου υπό των ποταμίων τριγώνου και εις την δυτικήν αυτού πλευράν κείται το χωρίον Χορτοκόπιον και έχει ως διακριτικόν σημείον έναν βράχον κυλινδρικόν εκ φύσεως και ύψους 15 περίπου μέτρων με ομαλήν την άνω βάσιν και χρησιμεύοντα άλλοτε ως παρατηρητήριον .
Ο βράχος αυτός είναι ορατός και μακρόθεν και εκ της Θαλάσσης ακόμη. Παρ΄ αυτόν δυτικώς κείται η Χασνέηχα όπου ήδρευεν η Ρωμαϊκή Λεγεών και όχι όπως αναφέρει ο Σεβασμιότατος Τραπεζούντος κ . Χρύσανθος ότι εκείτο παρά το Καρά Καπάν ή Ποντικαί Πύλαι.
Πράγματι εις το μέρος εκείνο σώζονται ερείπια αρχαίων κτηρίων, ίσως στρατώνων, όχι όμως η Χασνεήχα.
Η παρά τον κυλινδρικόν βράχον τοποθεσία εξακολουθεί να λέγεται Χασνέα και αποτελεί ενορίαν του Χορτοκοπίου με 25 οικίας όλας χριστιανικάς με ναόν των Ασωμάτων και του Αγίου ιωάννου Βυζαντίνας. Το αρχαιότερον χωρίον έκειτο εις την ΝΔ πλευράν του τρίγώνου και επί της εαρινής οδού ή άλλως Βασιλικής ( η νέα οδός Τραπεζούντος- Ερζερούμ δεν υπήρχεν προ εξηκονταετίας και όλαι αι μεταφοραί και τούτου υπήρχον κατά διαστήματα, όπου πηγή πανδοχεία ( χάνια) και υπόστεγα δια τα ζώα και τα εμπορεύματα) και απείχεν εκ Δικαιοσήμου 3/4 της ώρας. Η Θέσις του χωρίου φαίνεται ακόμη διότι σώζονται τα ερείπια των Εκκλησιών, των οικιών και των υδραγωγείων και εξακολουθεί να ονομάζεται << παλαισπήτια>> ( απάκια).
Εις δε δεκάλεπτον απόστασιν επί ωραίας πεδινής τοποθεσείας έκειτο το Παλάτιον ή μάλλον Θερινή διαμονή των βασιλέων και εξ¨ αυτού η τοποθεσία λέγεται << πλατάκια>>
( παλατάκια).
Το χωρίον αυτό εκατοικείτο μέχρι το 1650 της εποχής της βασιλείας του Σουλτάνου Σελήμ οπότε λόγω των πολέμων Σελήμ και Περσών και λόγω των διαρπαγών των διερχομένων εκείθεν στρατευμάτων οι κάτοικοι ηναγκάσθηκσαν να εγκαταλείψουν το χωρίον και να εγκατασταθούν εις μέρη απόκρυφα εντός των δασών και εις τοποθεσίας μακράν της δημόσιας οδού. Εκ της ανωτέρω αιτίας εσχηματίσθησαν αι κάτωθι συνοικισμοί ; Παλαιοχώρ, Λορκά, Χαβρέα, Μουτουλού, Χασνέα, Τροχάντων, Φλαρετάντων, Μαρνάντων ή Καθιστάντων.
Οι συνοικισμοί ούτοι εκυβερνώντο μέχρι του 1858 από μίαν και την αυτήν δημογεροντίαν. Ως τελευταίος Δημογέρων αναφέρεται ο Καρτεράς. Μετά τον διαχωρισμόν αποτέλεσεν τρεις κοινότητας : ΄Άνω Χορτοκόπι, Μέσον Χορτοκόπι και Κάτω Χορτοκόπι.
Ιστορία
Το χωρίον αυτό είναι αρχαιότατον ως εξάγεται εκ των υπαρχόντων ρωμαϊκών κτηρίων και εκ τοποθεσιών ακόμη, ως Χασνέηχα- Πιτάρ- Καρένια - Τσαλ αλλά και εκ πολλών χρυσοβούλων και κρισιμογράφων των αυτοκρατόρων Τραπεζούντος και των Δουκών Ματσουκαίων.
Εις την θέσιν Τρίλιθος εγένετο κατά τον Σάββαν Ιωαννίδην η κρίσιμος μάχη μεταξύ των Ματσουκαίων και του Μελίκυιού και διαδόχου του Σελτσούκου Σουλτάνου του Ικονίου, όταν ούτος ηγούμενος μεγάλου στρατού επολιόρκησς την Τραπεχούντα και ηττηθείς τη βοήθεια του Αγίου Ευγενίου εν Τραπεζούντι κατέφυγεν εις το Χορτοκόπι προς ανασύνταξιν του εν διαλύσει στρατεύματος του και προς ανάπαυσιν. Οι του εν παραφυλάγοντες όμως Ματσουκάτες επιτιθέντες κατ΄αυτού τον μεν στρατόν αυτού επέρασαν εν στόματι μαχαίρας, τον δε Μελίκ φεύγοντα συνέλαβον εντός του δάσους παρά την πηγήν ήτις μέχρι σήμερον φέρει την ονομασίαν Αευγίος ( δηλαδή Άγιος Ευγένιος ) διότι παραπλεύρως της πηγής εκτίσθη ναός του Αγίου Ευγενίου ( και του οποίου Θεμέλια σώζονται μέχρη σήμερον) παρά του αυτοκράτορος Τραπεζούντος. Εις δε την θέσιν όπου έγινεν η επίθεσις σώζεται και το μνήμα του φονεθυέντος ¨Ελληνος αρχηγού και ονομάζεται << του τρανού το ταφίν >>.
Το μνήμμα αυτό ανέσκαψεν εκ περιέργειας ο Χαράλαμπος Απαζίδης πάππος μου εκ μητρός και εύρεν εντός αυτού ως ο ίδιος πολλάκις μοι ανέφερεν μιαν πανοπλίαν χαλκίνην, εν δόρυ και εν ξίφος, ολίγα χρήματα χάλκινα, δύο χρυσά και έναν αργυρούν, μίαν σάμναν πλήρη ωημάτων κανάβεως και ένα σταυρόν. Τα δύο τελευταία φθλλατόμενα υπ΄αυτού είδον και εγώ ιδίοις όμμαδιν. Τα άλλα όμως επώλησεν εις Τραπεζούντιον αρχαιοκάπηλον Καρβανόγλην ονόματι αντί ολίγων χρημάτων.
Εκτός του ανωτέρω μνήματος υπήρχον και άλλα ταφία εις άλλην τοποθεσίαν καλουμένην και σήμερον << τα ταφία>>.
Ολίγον τι βορείως του Τριλίθου ευρίσκεται ο κυλινδρικός βράχος επί υψηλής τοποθεσίας. Ο βράχος ούτος σήμερον λέγεται κάστρον και εχρησίμευεν ως σηματοδότης ( φρυκτωρία) μεταξύ Τραπεζούντος και Μεσοχαλσίου και εκείθεν δια Κιαούρ Ταγ μέχρι των περσικών συνόρων. Από
Κιαούρ Ταγ Μεσοχαλδίου εδίδετο το σήμα δια πυράς εις το φυλάκιον ¨Αλας και εκείθεν εις το κάστρον και εκείθεν απ΄ευθείας εις την Τραπεζούντα ήτοι τα τρία αυτά φυλάκια εκάλυπτον απόστασιν 4-5 ημερών δρόμον εις μίαν μόνον ώραν!
Η εκ του ύψους εκείνου θέα έχει κάτι το άρρητον και το μεγαλοπρεπές. Βορείως φαίνεται όλη η κοιλάς του Πυξιτού ( Δεγερμέντερε) μέχρι Τραπεζούντος και της Θαλάσσης με όλα τα χωρία της και τα φύσικάς καλλονάς της. Ανατολικώς όλη η κοίλας της Παναγίας Σουμελά και ο ιερός βράχος της μονής με τα δάση της και τας χλοαζούσας βοσκάς της και τα χωρία της.
Νοτίως η κοιλάδα Νικόχολα- Λαραχανής μέχρι του Καστέλα όπου κατά τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο εκείντο τα Θερινά ανάκτορα των Τραπεζουντίων Αυτοκρατόρων εν μέσω αποκρήμνων και δυσπροσίτων χαραδρών και ορέων και εν μέσω αποκρήμνων και δυσπροσίτων χαραδρών και ορέων και εν μέσω αγρίας φύσεως μη έχουσα ουδεμίαν Θέαν και ορίζοντα εκτεταμένον και μακράν των συγκοινωνιών.
Προσέτι φαίνονται τα αιωνίως χιονοσκεπή όρη τοθ Κουλάτ, Κρεπεγάδ, Αεσέρ,¨Αλας, Ζύγανα, Σπήλα και Καρακαπάν ήτοι απόστασις 8ωρος και πλέον. Δυτικώς ή ΝΔ τα χωρία της Ματσούκας τα έχοντα όλα τα επιτήδεια και το μαινόμενον μέλι, τα κρύα τα νερά και τ ΄όμορφα κορτσόπα. Έτι νοτιοδυτικότερον φαίνεται η κοιλάς της Μονής Βαζελώνος ήτις κτισμένη εις τα Βίορεια πλευρά του όρους Μήλι φαίνεται σα κευκή φωλιά μέσα σε πράσινον περιβάλλον, την δε νύκτα ως άστρο φωτεινόν εν μέσω σκοτεινού φόντου.
Δυτικώς του βράχου αυτού και ακριβώς εις τους πρόποδας του λόφου εφ' ου ιστάται εκτείνεται μια πεδιάς δέκα ( 10 ) χιλιάδων στρεμμάτων περίπου και ήτις ελέγετο ελληνιστί μεν Αγία, τουρκιστί δε Τραμεζάν οβασή ( πεδιάς Τραπεζούντας) ανήκουσα καθ' ολοκληρίαν εις τας ΚοινότηταςΜέσου και Κάτω Χορτοκοπίου. Εις δε το βόρειον άκρον της πεδιάδος επί λόφου κείνται τα ερείπια αρχαίου κτηρίου με κτιστάς περιβόλους εν είδη ανθήρων και ολίγον τι έξω του τελευταίου περιβόλου έτερον κτήριον εν είδη λουτρώνος και εις το οποίον καταλήγουν τρία υδραγωγεία, εν εκ της πηγής <<Αγίου Φωκά>> έτερον εκ της πηγής << Αγίας>> και έτερον εκ της πηγής << Ιγδίν πεγάδ>> 'η << Χατούνας>> μ ημικατεστραμένα ήδη. Το όλον κτήριον έχει σχήμα τετραγώνου με διαμερίσματα. Εις εν εκ των διαμερισμάτων εφαίνοντο τα ίχνη αιθάλης ( μανέας) και ήτο ως φαίνεται το μαγειρείον,τα δε υπόλοιπα διαμερίσματα θα ήσαν ασφαλώς τα υπνοδωμάτια και αι αίθουσαι υποδοχής και δεξιώσεων.
Ολίγον τι ΒΔ επί της Βασιλικής οδού εκείτο μικρόν τι κτήριον. Ϊσως το άμεσον φυλάκιον της βασιλικής Φρουράς. Το όλον κτήριον περιεβάλλετο κύκλωθεν δια τείχους ισχυρού κατεστραμμένου ήδη. Το όλον εμβαδόν είναι περίπου 4,550τμ και εκαλλιεργείτο ως αγρός υπό του Κιοσέ ογλού Μολλά Αλή. Σκάπτων και καθαρίζων το έδαφος εκ των πετρών ο ρηθείς Μολλάς Αλής εύρεν εντός εντός μιας εκ των είδος ιερόν ( βακούφ) εδώρησεν εις τον Ι. Ναόν Αγίου Ιωάννου.
Το σκεύος τούτο μέχρι του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο (1922) εφυλάττετο εις την Εκκλησίαν και εχρησίμευεν ως σκευογυλάκιον του Ναού. Κατά την απέλασιν όμως των κατοίκων του Χορτοκοπίου ο τότε εφημέριος παπα- Γεώργιος Παπαδόπουλος ετεμάχισεν ομού μετ\άλλων χάλκινων σκευών της Εκκλησίας και επώλησεν ίνα μη περιέλθωσιν εις την κυριότητα Τούρκων και βεβηλοθώσι.
Η κολυμβήθρα αυτή έφερεν γύρω την κάτωθι επιγραφήν την οποίαν είδον και ανέγνωσα :<< Δαυίδ εν χω πιστός Βασιλέυς τη χρυσοκεφάλω>> και χρονολογίαν ην κτήριον αυτό εχρησίμευεν ως θερινή διαμονή της Βασιλικής Οικογένειας και ίσως εκεί να εγεννήθη και κάποιον μέλος της Βασιλικής Οικογενείας και να μετεφέρθη η κολυμβήθρα εκ της πόλεως δία να βαπτισθή το νεογέννητον μέλος και ίσως λόγω της εσπευμένης ( λόγου πολέμου) καθόδου εις την πόλιν της Βασιλικής Οικογένειας, εγκατελείφθη συν άλλοις και το Ιερόν σκεύος.
Έξ όλων αυτών εξάγω το σημπέρασμα ότι το κτήριον αυτό ήτο το Θερινόν παλάτιον και όχι όπως αναφέρη ο Μητροπολίτης της Τραπεζούντας Χρύσανθος ότι εκείντο παρά την Λαραχανήν εις Θέσιν πάντα απρόσιτον ως ανώτερω ανέφορον.
Ετικέτες
Amastris,
History,
Istoria,
Macka,
Paradosi,
Patrida,
Trapezounta,
Travzon,
Xortokopi,
Άμαστρις,
Ιστορία,
Ματσούκα,
Τραπεζούντα,
Χορτοκόπι
| Αντιδράσεις: |
19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ - Αντάμωμαν 2011
-Όλα τα ορεκτικά, φαγητά και σαλάτες θα είναι ''σπιτικά''.
-Οι υπόλοιπες τιμές: φιάλη 40€, σπέσιαλ 60€, αναψυκτικά 1€, νερό δωρεάν.
Τραγούδι: Γαβριηλίδης Γιώτης, Παρχαρίδης Αλέξης
Λύρα: Πιπερίδης Δημήτρης
Λύρα/Αγγείο: Μαρμαρίδης Σεραφείμ
Ταούλ: Ζώης Κώστας, Χατζηδαυιτίδης Νίκος, Μαυρίδης Χρήστος
Πλήκτρα: Φουλίδης Κώστας
Τη βραδιά θα τιμήσει ο Αμαραντίδης Γιώργος (Σιμούλτς) και θα διανέμεται cd δωρεάν με δικούς τους ήχους, με κάθε πρόσκληση.. Θα παρουσιαστεί καλλιτεχνικό αφιέρωμα στους: Χριστόφορο Χριστοφορίδη (Στοφόρον) και Γιώργο Κουγιουμτζίδη (Γιωργούλη)
Το 10% των εσόδων θα δοθούν στο Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων παιδιών με νεοπλασματικές παθήσεις ''Η Πίστη''
Για κρατήσεις θέσεων 6944663766 Νίκος 6977518087 Γιάννης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)























