Συνολικές προβολές σελίδας

.

Θέλετε να αποκτήσετε μια Ποντιακή λύρα ? Θέλετε έργο τέχνης ποιότητα και ποικιλία ? Τότε το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να πατήσετε σε αυτό το σύνδεσμο ι να με πάρετε σε αυτό το τηλέφωνο . . . Επικοινωνήστε μαζί μου 6977220589

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας. Το σχολείο αυτό άρχισε να λειτουργεί κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκικής δουλείας δεν ήταν όμως σε περίοπτη τάξη πλην όμως ήταν το μοναδικό σ΄ όλη τη περιοχή. Με το χρόνο όμως άρχισε και η αναγνώρισή του όπου και ονομάστηκε Φροντιστήριο. Σ΄ αυτό συνετέλεσαν περισσότερο οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Μουρούζες και Υψηλάντες όπου στις αρχές του 18ου αιώνα, ενθυμούμενοι την καταγωγή τους, άρχισαν να το επιχορηγούν οικονομικά για την γενικότερη ανύψωσή του. Το όνομα Φροντιστήριο φέρεται να έλαβε περί το 1682.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Πολυχρόνης Σωτιριάδης



Ο Πολυχρόνης - Πόλιος Σωτιριάδης  γεννήθηκε στις  21.05.1936 στο Κολχικό Λαγκαδά από γονείς Τραπεζούντιους, τον Κώστα και την  Όλγα Σωτηριάδη. Συγκεκριμένα οι ρίζες του ήταν από την Μούντα, ένα από τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας.
Από πολύ μικρός είχε σαν πρότυπο του τον Χρήστο Αιβάζ, αξεπέραστο λυράρη της εποχής του .
Βλέποντας και ακούγοντας τον , άρχισε δειλά δειλά να παίζει με μία παλιά λύρα του πατέρα του.
Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι το τέλος της ζωής του αναρωτιόταν αν κάποια στιγμή θα μπορούσε να παίζει σαν Αιβάζ, τον οποίο θεωρούσε  αξεπέραστο. Ήδη από μικρή ηλικία ( γύρω στο 1950) άρχισε να παίζει σε μουχαπέτια, γάμους και βαφτίσια.
Πάντοτε όμως ήθελε να αποδίδει τη λύρα του φυσικά χωρίς τεχνικά ηλεκτρικά μέσα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έγινε ποτέ επαγγελματίας λυράρης .
Εργαζόταν ως οικοδόμος και παρέμενε πάντα πιστός στην παράδοση παίζοντας μόνο σε μουχαπέτια.
Άλλωστε αυτό ήταν που εξέφραζε τις παρέες της εποχής εκείνης. 
Όπως συνίθιζε να λέει :'' Η λύρα πρέπει να παίζει στο τραπέζι και αυτός που τραγουδάει να έχει φωνή''.
Είχε πολλούς φίλους και θαυμαστές σε όλη την περιοχή του Λαγκαδά και όχι μόνο.
Κάθε Σάββατο, μετά τη σκληρή δουλειά της οικοδομής , όλο και θα οργάνωνε κάποιο μουχαπέτι. Οι πόρτες για τον Πόλιο ήταν παντού και πάντα ανοιχτές, για να ακούσουν την λύρα του να τους χαϊδευει τα αυτιά και να γεμίζει την ψυχή τους με τη νοσταλγία της πατρίδας. Μελωδίες αξεπέραστες και άφθορτες στα χρόνια.
Όσα κι αν γράψει κανείς για ανθρώπους σαν τον Πόλιο έιναι λίγα. Η μελωδία της λύρας του ηχεί για πάντα στις καρδιές όσων τον γνώρισαν  και τον αγάπησαν . Πέρασε στην αιωνιότητα στις  5-03-2010 σε ηλικία 74 ετών .





Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Αφιέρωμα στην μνήμη Του Γιώργου Αμαραντίδη ( Σιμούλ)

του Παναγιώτη Μωυσιάδη 

Μιάρ πας, Σιμούλ...

Μιάρ πας, Σιμούλ, χειμωγκονί κι αφήντς ' μας με τα κρύα,
'κ' ενούν'τσες φίλτς και συγγενούς, μάναν,γαεήν, παιδία;

Εκεί 'ς σον άδην, όθεν πας, τραγωδίας ' κι λένε,
κι αν λένε, 'κι ακουσκούντανε, καρδίας και σερεύνε.
Εκεί η βρούχνα έναν χέρ' και το νερόν αγκώναν,
τα κεμεντζέδες αναλούν και τα τοξάρια σάπουν,
και το λαλίας, τα γλυκά, ουρνούνταν μαναχόν ι.
Ναϊλί εσέν, αμάραντε, εσύ πώς εμαρέθες4κι ατό την στράταν τη ζωή'ς σο μεσοστράτ' εφέκες.

Ναίλί εσέναν , νε Σιμούλ, εσέν ' και τη λαλία σ',
π ' εζέλεψεν ο χάροντας κι έρθεν να παίρ τα ψύα 'σ'.
Εννέα χρόνια πολεμά να παίρ'τ εσόν τη ψύν ι,
εγρίβωσεν' ς σην κεμεντζέ σ' κι ατός εσέν ΄κι αφήνει.
'Κι αφήν' σε να γλυκολαλείς,μακρύν καϊτεν να σύρεις,
Ψύα ,καρδίας να κλαινίεις και να παρηγορίζεις.

Εσύ τη Μάτ'σκας το αηδόν, πελίτ τοι Γιαννακάντων,
πώς επεκούμ'πσες κι έρρουξες'ς ση χάρονος τα χέρια;
κι ορφάν'τσες κι εν έφεκες 'μας χωρίς τραγωδίας,
τη λύρας το κοδώνεμαν, τη τοουλουμί το χτύπον.
Ποιός θα τραγωδεί καϊτεν μακρύν άμον εσέναν,
με τη λαλίαν, το γλυκύν, το τοξάρ', το μελένεν;
Να πρασινίζ'νε τα ραχιά και κλαίν τα ποταμάκρια.

Ατός, του σκύλ' ο χάροντας, τη λύραν΄'κι σαεύει,
όντες ατέναν γιανασεύ', θεριεύ' και γουτουρεύει.

Εγρέθεν με την κεμεντζέ σ' τη δαχτυλί σ' τον χτύπον
κι ερρούξεν 'ς σ' αναράεμα σ' και 'ς σην ψαλαφεσία σ'.
Εσέν, τον αρχοντόλαμπρον, τη τραγωδί τον κύρην,
τη κοσμί, π' ετραγώδεσεν, τα πόνια, τα χαράντας
και τη πατρίδας τον καημόν και τα γενοκτονίας.

Κι ατώρα ντ ´ εκατέθηκες τη λύρα σ ´ , Σουμουλίκα , ποίος θα παίζ και τραγωδεί πατρίδας τραγωδίας,
Άμον τα κρύα υα νερά, τ´ αε Παυλί τα χιόνια ;
Ποίος θ αλμέει τα πρόατα, βοσκίζ´ τ´ αγελαδόπα ´ς ση παρχάρ´ τ τσιμένοπα , ´ σ ση λιβαδί τ ομάλια: Και ´ κείνεν την παντέμορφον, τη πάρχαρη τη μάναν, ποίος θα παρ´γορεύατέν με τη σεβτάς τα λόγια;

Ναίλί εσέναν, λυριτσή, εχπάστες και θα πας ι,
ατο τ´εσόν το δεβασίρ´, τ´ εσόναν η πιδέβα τον κόσμον όλιον έκαψεν και το παρχάρ´ εκλαίν´τζεν, και τα πουλία, τ αγλώσσα, έκοψαν τη λαλίαν.
Εσέναν, π´ ετραγώδεσες εφτά´ μέρας και νύχτας και εντιδών´τσαν τα ραχιά κ´ ετούλωσαν τ αρνόπα κι ο Πόντον εδεφέγγιξεν κ´ εγβεύσεν η πατρίδα....!
Πατρίδας είσαι αμάραντον και Παναίας διάκρον, πατρίδας τσιβαίρ´τασουν και ποταμί λαλάτσι.

Τ' εσά τ' εμέκια είν ' πολλά και τα χουσμέτια πλέα.
Εσέναν, που 'κ' εγνώρ'τσε 'σε 'κι 'ξέρ' τα τραγωδίας,
τα μωχαπέτια, τα καλά και τα παραβραδίας!

Αμαραντίδη λέν' εσέν κι αμάραντον πα είσαι,
Τσιτσέκ', ντο στέκ' ς σ ηλέπορον, 'ς σην αύλεν τουτουγιάνι.
'Σ ση Ματσ'κας τον ανέφορον και την ανεφορίαν
εσύμποδιάες κ' έρρουξες, η λύρα σ ' ετσακ'ωθεν
και το τοξάρ ' ισ',τ' αργυρόν, ερρούξεν κι εκυλίεν.

'Σ ση στράταν, τ' ανεγνώριμον και ς' σην κακοπορείαν,
ατού κανείς 'κι γιανασεύ', κανείς 'κι κοντοφτάνει.
Τα χρόνια 'κι κανείντανε τ 'ημέρας λειφτασέας,
τα βάσανα κι άλλο πολλά, πλέα τα πικρασέας.

Αμάραντε, τη τραγωδί ζυμπύλ' και μανουσάκι,
'κ' εγούεψες την κεμεντζέ σ' κι εγέκες ορφανόν ι,
'κ' εγούεψες και το τοξάρ' ντ' επέμ'νεν σταλιμένον,
τσατσόπον αγιαράευτον και απατσαρεμένον.
Εσύ που 'κ' εγονάτιζες, καμίαν που 'κ' ερρούζ'νες,
πως εκομπώθες κι έρρουξες 'ς πιγονατί 'ς σο χώμαν;
Τον χάρον πώς 'κ' εφούρκιξες με τ ' ατό τη σκουντούλα σ'
και 'κειν του σκύλ' την χάρεναν, την πόζεναν, την μάισσαν
έναν καϊτεν, 'κ' εγούρεψες, μοιρολοϊαν 'κ' είπες,
να αναλεί το ψόπον ατς κι εσέν να λυπισκάται.

Ατός καρδίας 'κι πονεί, τραγωδίας 'κ' εξέρει,
για τ' ατό γυροκλώσκεται 'ς ση ποδαρί σ' τ' ιχνάρια,
τ' ιχνάρια σ' τ' ανωρίαχτα,'ς σην πατρίδαν ντ ' επέμναν
κι εγένταν κάστρα άπαρτα, μενέματα και δόξας.

'Σ ση παραδείσ' τη μεζιρέν, εκεί ' ς σοι Γιαννακάντων,
έμαθαν έρται ο Σιμούλτς κι έναν σονλίκ εγέντον.
Τραπέζια τεσσεράκοντα, χρυσοτονατεμμένα,
για τ εσέναν ερμάτωσαν κι εσέναν αναμέν 'νε.
Οι φίλοι και οι αδενοί και οι μωχαπετλήδες
έμαθαν, έρται ο Σιμούλτς, τη τραγωδί ο γιόν ι.
Εφόρεσαν κι ενέλλαξαν, 'ς σην απαντή 'σ'έχ' κι έρταν,
εμπρολασία οι αγγέλ' και απ ' οπίς ο κύρη σ'
κι αλλ' απ ' οπίς' με το παπάχ, ο θείον ο Στοφόρον,
ο Ποσινάκς, ο Ασαλούμς, Γιάννες ο Καλπατσίνον.
Αποστολίκας έχ'τσε 'σεν χρυσόνα κεμεντζέν ι
'ς σην πόρταν τη παραδεισί εκάτσεν κι αναμένει.

Εσέναν, τον πιδέξιον και τον πιδεξαμένον,
ωτο έρθες άμον λυριτσής κι άμον τραγωδιάνος
κι αέτσ εχπάστες και θα πας 'ς ση παραδείσ' το μέρος.
Εκεί οθέν τα κρένερα, τ' άνθια, τα μανουσάκια
εσέναν θα παρηγορούν κι εσέν θα δροσερεύνε
και οι αγγέλ' θα τραγωδούν μακρέα τραγωδίας,
να τουρουλεύν 'τα ψύα σου, τα παραπονεμένα.

'Σ σ' αβού τον κόσμον, τ' έρημον μουράτια ' κι πλερούνταν !

Τ ' εσόν ι στράτα πελίν έν, τσιμέν και τσιμενόπον.
Ολόερα 'ς σ' ακρόρυμια χερόπα κρενεμένα
και το κρεβάτ' ισ παρχαρί φτερίν τουσέκ και στρώμαν,
να κείσαι κι αναπάεσαι γλυκά κι αναπαμένα.

Λαφρύν κι αναδιβόλετον το χώμαν ντο σκεπάει 'σεν
Αιώνιον κι ανάσπαλτον η μνήμη σ' , τραγωδάνε .......


πηγή : Ποντιακή γνώμη 

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ



Ο θεσμός της οικογένειας έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο για τους Έλληνες του Πόντου. Ήταν μαζί με την κοινότητα το βασικότερο κύτταρο κοινωνικής οργάνωσης στα χρόνια της δουλείας. Επικεφαλής της ήταν το γηραιότερο αρσενικό μέλος, ο παππούς(=πάππος)και ακολουθούσαν οι γιοί, ο καθένας με την γυναίκα του και τα παιδιά του. Αν ζούσε ο προπάππους (=λυκοπάππους), δηλ. ο πατέρας του παππού, τότε η πρωτοκαθεδρία ανήκε σε αυτόν.
 Αντίστοιχη ιεραρχία υπήρχε και στα θηλυκού γένους μέλη της οικογένειας λυκοκαλομάνα (=προγιαγιά), καλομάνα ή τρανέσα μάνα (= γιαγιά), μάνα κ.λ.π. Επειδή η μακροζωία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στους χρόνους εκείνους, όπου οι πρώιμοι γάμοι ήταν κάτι το συνηθισμένο, στις περισσότερες οικογένειες υπήρχαν λυκοκαλομάνα και λυκοπάππος, συχνά μάλιστα ζούσαν και ο αρκοπάππος και η αρκοκαλομάνα (προπροπαππούς και προπρογιαγιά). 
 Η ποντιακή λοιπόν διευρυμένη οικογένεια κατοικούσε σ’ ένα μεγάλο σπίτι ή σε περισσότερα , υπήρχε όμως ένα κοινό ταμείο (κεσέ) που κρατούσε ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνδρας. 
 Η οικογένεια παρέμενε αρραγής, εφόσον στην κορυφή της πυραμίδας υπήρχε άρρεν πρόσωπο ο παππούς, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών της. Μετά το θάνατο του άρρενος αρχηγού (παππούς), κατά κανόνα διαλύονταν στις επιμέρους οικογένειες των δύο γενεών (πατέρας, μητέρα, παιδιά) που τη συνέθεταν. Η χήρα του αρχηγού πήγαινε με τον πρωτότοκο γιό, εφόσον δεν υπήρχαν στην οικογένεια ανύπαντρα παιδιά ή ανήλικα ορφανά από πατέρα, εγγόνια της, οπότε αναλάμβανε αυτή την προστασία τους, σαν αρχηγός χωριστής οικογένειας.
 Στον Πόντο το κορίτσι ερχόταν στον κόσμο ισότιμο με το αγόρι, παρά την προτίμηση που υπήρχε στην απόκτηση αγοριού. Τα «πρωτοτόκια» για παράδειγμα, το πανάρχαιο προνόμιο του πρώτου παιδιού της οικογένειας δεν ίσχυε μόνο για το αγόρι, αλλά αυτοδίκαια, και για το κορίτσι. Σαν πρωτότοκο (πρωτικάρ) παιδί στην οικογένεια το κορίτσι, ήταν για τα υστερογέννητα  αδέρφια «η τρανέσσα» και ο λόγος ο δικός της ήταν εκείνος που μετρούσε περισσότερο μετά το λόγο της μητέρας.
 Το κορίτσι μετά το γάμο έχανε την έως τότε ανέμελη ζωή του, μέσα στη θαλπωρή του πατρικού σπιτιού και τοποθετούνταν στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της ιεραρχίας της οικογένειας του άντρα της. Στο δεύτερο σκαλοπάτι ανέβαινε μόνο αν τύχαινε να αποκτήσει η οικογένεια και άλλη νύφη μετά από αυτήν.
 Το στύμνωμαν ή μασ’, ήταν μια συνήθεια που στερούσε από τη νύφη το δικαίωμα ν’ απευθύνει το λόγο στον πεθερό της και της επέβαλλε να μιλάει με τους άλλους τόσο χαμηλόφωνα, ώστε να μην γίνεται καν αντιλοιπτή η φωνή της από εκείνον, εκτός αν ο ίδιος της έδινε το δικαίωμα να του μιλάει ελεύθερα.
 Η εικόνα της ποντιακής οικογένειας στην ύπαιθρο του Πόντου όπως φέναιται από την παραπάνω στεγνή περιγραφή της δομής και της εσωτερικής ζωής της, αδικεί την ποιότητα του ψυχικού κόσμου των προγόνων μας σχετικά με την ταπεινοτική , όπως με μια πρώτη ματιά δείχνει, θέση της γυναίκας νύφης. Αλλά τα σχετικά με τη θέση της στην οικογένεια έθιμα, είχαν γενική ισχύ, τόσο για εύπορες όσο και για φτωχές οικογένειες. Άλλωστε η ιεράρχηση ίσχυε και για τα αρρσενικά μέλη της οικογένειας, με διαβάθμιση περιορισμών και δικαιωμάτων και γι’ αυτά.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Το σπιτι με τα κατεβασμενα στορια...

Κείμενο του Δημήτρη Πιπερίδη στο τεύχος 16 του περιοδικού Άμαστρις.





Βρέθηκα πριν από λίγες μέρες στον κεντρικό δρόμο της Καλαμαριάς χάρις στο απελπισμένο SOS μιας καλής φίλης, που είχε την απερισκεψία να επισκεφτεί με το ανιψάκι της το βιβλιοπωλείο του «Ιανού» χωρίς να υπολογίζει το ξαφνικό μπουρίνι που ήταν ολοφάνερο ότι ερχόταν.

Καθώς τα σύγχρονα βιβλιοπωλεία δεν μου προκαλούν πλέον καμία εντύπωση -ίσως γιατί είχα την τύχη να προλάβω, έστω και στο λυκόφως τους, τα παλιά- και μη έχοντας κάτι πιο ενδιαφέρον για να περάσω την ώρα μου εν όσο ο πιτσιρίκος θα ταλαντευόταν ανάμεσα σε τερατοβριθή γιαπωνέζικα manga και αμερικανικής έμπνευσης κακοποιήσεις της ελληνικής μυθολογίας του τύπου «ο Ηρακλής και η Ζήνα στον πλανήτη των μεταλλαγμένων πιθήκων», στάθηκα κάτω από ένα μπαλκόνι κι άρχισα να χαζεύω τους περαστικούς, που έσπευδαν να προφυλαχτούν από την επαπειλούμενη νεροποντή.

Και τότε το μάτι μου έπεσε απέναντι, σ’ εκείνο το σπίτι. Ένα τυπικό διώροφο τσιμεντένιο σπίτι της δεκαετίας του ’70, από αυτά που τόσο γρήγορα έπνιξαν με την ομοιομορφία τους τις λιγότερο κεντρικές γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Όλα του τα στόρια ήταν κατεβασμένα και μόνο από τις χαραμάδες της μίας μπαλκονόπορτας μπορούσε κανείς να διακρίνει ότι μέσα ήταν κάποιος με αναμμένο το φως.

Το σπίτι αυτό το ήξερα καλά, το είχα επισκεφτεί μερικές φορές πριν από πολλά χρόνια.

Ήταν το σπίτι του Γώγου Πετρίδη, του μεγαλύτερου λυράρη όλων των εποχών και του ανθρώπου που είχε στοιχειώσει με τη μεγαλοφυΐα του τα όνειρα κάθε φέρελπι λυράρη της εποχής μου (για τους νεώτερους δεν παίρνω κι όρκο…).

Δυστυχώς τον «Πατριάρχη» δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε το Πάσχα του 1984, λίγες εβδομάδες πριν πιάσω για πρώτη φορά λύρα στα χέρια μου. Πρόλαβα όμως να γνωρίσω τους τρεις γιους του και περισσότερο απ’ όλους τον μικρότερο, τον «Κωστάκη», που είχε ξεχωρίσει από τότε ως ο «χρυσός» διάδοχος της δυναστείας. Βλέπετε το σπίτι που είχα μπροστά μου, δεν ήταν απλά η κατοικία ενός μεγάλου λυράρη, αλλά ο ίδιος ο «ομφαλός» της ποντιακής μουσικής. Γενιές ολόκληρες από λυράρηδες περίμεναν να αναβλύσουν από εκεί μέσα οι θεϊκές εκλάμψεις της μουσικής φαντασίας, που θα μεταδίδονταν από λυράρη σε λυράρη, για να αποτελέσουν τη μουσική επιταγή της σεζόν. Μέχρι τουλάχιστον να βγει η επόμενη.

Προσωπικά ήμουν από τους τυχερούς, από εκείνους που όχι μόνο πρόλαβαν να ακούσουν το «Γωγοπούλ’» στο απόγειο της δόξας του, αλλά να κάνουν και κάποιου είδους παρέα μαζί του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα καλοκαιρινό βράδι του 1992. Ήταν η χρονιά που διάβαζα για τις πανελλήνιες και το τηλεφώνημα με βρήκε σκυμμένο πάνω στον «Οιδίποδα Τύραννο». «Βάζω το Γωγοπούλ’, βάζεις ένα μπουκάλι σίβας;», μου είπε η φίλη, που ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής. Ομολογώ ότι δεν έχω καμία απολύτως σχέση με το αλκοόλ. Για πότε όμως ξύπνησα τον μπακάλη του χωριού για ν’ ανοίξει το μαγαζί του και να μου δώσει δύο φιάλες ευγενούς οινοπνεύματος, για πότε σήμανα τηλεφωνικά προσκλητήριο προς την υπόλοιπη τσακαλοπαρέα, για πότε στρώθηκε το τραπέζι, για πότε τέλος κατέφθασε το ταξί με τον αναπάντεχο επισκέπτη, ούτε που το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, χάρη και σε μια πρόχειρη ερασιτεχνική ηχογράφηση που σώθηκε από εκείνη τη βραδιά, το τι ακολούθησε. Το Γωγοπούλ’ έπαιζε ασταμάτητα μέχρι τα ξημερώματα. Και δεν έπαιζε απλά, αλλά μεγαλουργούσε. Ελάχιστες φορές στη ζωή μου τον έχω ακούσει να παίζει με μεγαλύτερο πάθος και έμπνευση. Λες και γνώριζε από τότε τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Γιατί λίγο μετά και χωρίς κάποια προφανή αιτία αυτός ο μεγάλος λυράρης -αναμφίβολα ο μεγαλύτερος του καιρού του- άρχισε σταδιακά να αποσύρεται. Χωρίς μεγαλοστομίες και τυμπανοκρουσίες, χωρίς να δώσει καν μια απλή εξήγηση, κλείστηκε στο διώροφο της οδού Μεταμορφώσεως και ελάχιστοι πλέον από τους θαυμαστές του είχαν την τύχη να τον ξαναδούν και, κυρίως, να τον ακούσουν.

Η αποχώρησή του, σεμνή και διακριτική, όπως άλλωστε και ολόκληρη η ζωή του, προκάλεσε άπειρες συζητήσεις στο μικρόκοσμο των φανατικών της ποντιακής μουσικής. Κάποιοι την απέδωσαν στην απογοήτευσή του από τα νέα μουσικά ρεύματα που είχαν αρχίσει να εισβάλουν από τότε στο χώρο, κάποιοι άλλοι στην προβληματική σχέση του με τους τραγουδιστές, που είχαν πάρει οριστικά το πάνω χέρι στο ποντιακό πάλκο, άλλοι τέλος σε κάποια ακαθόριστη μελαγχολία, που τον βασάνιζε. Δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να αναζητήσω τους λόγους. Θυμάμαι μόνο ότι είχα θυμώσει πολύ με αυτή του την υποχώρηση, την οποία εξέλαβα σχεδόν ως λιποψυχία. Ίσως γιατί -παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας μου- συναισθανόμουν από τότε την τραγική περιπέτεια στην οποία είχε αρχίσει ήδη να μπαίνει η ποντιακή μουσική. Μια περιπέτεια την οποία ασφαλώς θα αντιμετώπιζε με λιγότερους κλυδωνισμούς, αν εξακολουθούσε να έχει στο τιμόνι της το χαρισματικότερο των θεραπόντων της.

Τα χρόνια που πέρασαν, τον θυμήθηκα πολλές φορές. Λιγότερο οργισμένος και περισσότερο ψύχραιμος -ίσως γιατί είχα ενοχληθεί κι εγώ από την ευκολία με την οποία έσπευσαν οι πάντες να τον επικρίνουν- άρχισα να αναπολώ τις παλιές καλές μέρες. Πάντοτε άλλωστε πίστευα ότι αυτόν τον άνθρωπο, που τόσες υπέροχες στιγμές μας χάρισε με τον ταλέντο του, εμείς οι Πόντιοι δεν τον καταλάβαμε ποτέ. Όπως ίσως δεν καταλάβαμε πλήρως ούτε και τον πατέρα του. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στην περίπτωση του Κώστα Πετρίδη βλέπαμε μόνο το εξωτερικό του περίβλημα, τα σπάνια χαρίσματα με τα οποία είχε προικιστεί, προκειμένου να κατορθώσει κάποτε να σκαρφαλώσει στο μουσικό Όλυμπο όπου τον περίμενε το πεπρωμένο του: ένα ταλέντο που ξεχείλιζε από παντού, ένα ανόθευτο μουσικό βίωμα που του επέτρεπε να εναλλάσσεται με εκπληκτική ευκολία από το ρόλο του βιρτουόζου σε εκείνο του σεμνού συνεχιστή μιας παμπάλαιας ερμηνευτικής παράδοσης, και τέλος, τα δάκτυλά του, τα μακρύτερα και ωραιότερα δάχτυλα που, εγώ τουλάχιστον, είδα ποτέ σε ανθρώπινο πλάσμα.

Αναρωτιέμαι συχνά τι θα γινόταν, αν δεν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Πως θα αντιμετώπιζε άραγε ο Κώστας Πετρίδης όλα αυτά τα καινοφανή φαινόμενα που ταλανίζουν το χώρο της ποντιακής μουσικής; Θα καταδεχόταν άραγε αυτός ο άνθρωπος-ορχήστρα να καθίσει δίπλα στους ξενόφερτους ηλεκτρονικούς «καταπατητές», που από ένα σημείο και πέρα ήρθαν και θρονιάστηκαν σχεδόν ετσιθελικά στο ταπεινό ποντιακό παλκοσένικο; Θα άντεχε να θέσει το όνομά του -και κυρίως όσα αυτό κουβαλούσε- υπό την (καλοπληρωμένη) σκέπη της ματαιοδοξίας ενός πιθανώς καλλίφωνου (αλλά πάντα καλοφτιαγμένου και ικανού στις δημόσιες σχέσεις) νεαρού τραγουδιστή; Θα είχε φαν κλαμπ; Και ποια θέση θα έπαιρνε, αν τον καλούσαν να σχολιάσει τους αιματηρούς πολέμους των θαυμαστών του με τις άλλες ποντιακές μουσικές φυλές του facebook; Είμαι βέβαιος ότι δεν θα έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί ο Κώστας Πετρίδης, όπως τον γνώρισα εγώ, είχε γεννηθεί για να παίζει μουσική και μόνο για αυτό. Ήταν ένας άνθρωπος καταδικασμένος να ζει μέσα στο μόνο χωροχρόνο που καταλάβαινε, εκείνο της μουσικής. Αυτό έκανε επί τόσα χρόνια και με αυτό ήταν ευχαριστημένος. Απλά κάποια στιγμή κοίταξε ξαφνικά γύρω του και διαπίστωσε ότι όλα ήταν εντελώς διαφορετικά από ότι τα ήξερε. Ούτε καν τα τραγούδια δεν ήταν πλέον τα ίδια. Είχαν χαλάσει κι αυτά.

Πήρε λοιπόν αθόρυβα τη μεγάλη απόφαση και μας άφησε. Μία και μόνη φορά δέχθηκε (για το χατίρι ενός καλού φίλου) να εμφανιστεί σ’ ένα μικρό μαγαζί στην Πτολεμαΐδα και μέσα σε δύο μόλις ώρες από τη στιγμή που ξεστόμισε από τηλεφώνου το απρόσμενο «ναι», τα τραπέζια του μαγαζιού είχαν γεμίζει με πλαστικές πινακίδες που έγραφαν «Ρεζερβέ». Ανέβηκε στο πατάρι, έπαιξε ολόκληρη τη νύχτα για όσους τυχερούς ήταν εκεί εκείνο το βράδι και από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε δημόσια.

Πίσω από τα κατεβασμένα στόρια της οδού Μεταμορφώσεως ζει, συντροφιά με τις αναμνήσεις του, ένας μεγάλος λυράρης. Δεν έχει πλέον ανάγκη από το χειροκρότημά μας.

Προφανώς μας ζύγισε, μας μέτρησε και μας βρήκε λειψούς. Εγώ όμως, που έχω μεγάλη φαντασία, τολμώ να σκεφτώ τι θα συνέβαινε αν μια εκ των ημερών «έπαιρνε ανάποδες» και επέστρεφε. Δεν ξέρω πως θα ήταν και πως θα έπαιζε. Αρκεί μόνο να επέστρεφε, έστω και προσωρινά. Θα ξεχνούσαμε για λίγο το γκρίζο μουσικό τοπίο που μας περιβάλει και θα αφηνόμασταν να παραδοθούμε στο γοητεία του αυθεντικού και του μεγαλειώδους. Θα πλημμύριζαν για λίγο τα ραδιόφωνα από το «Ο πρόσωπο σ’ τραντάφυλλον» και τη «Λεγνέσσα». Θα άκουγαν επιτέλους και οι νέες γενιές τι εστί λύρα ποντιακή και θα συμπλήρωναν οι νεαροί λυράρηδές μας τις γνώσεις τους με κάποια μαθήματα που τους λείπουν (όχι τόσο από νότες -αυτές τις έχουν γραμμένες στα πεντάγραμμά τους και με το παραπάνω- όσο από ήθος ερμηνευτικό). Και μετά ας επέστρεφε στην ερημία του κι ας μας άφηνε στην παρακμή μας. Γένοιτο!

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Παρουσίαση του νέου Βιβλίου " Τα κομνηνά της Ξάνθης"

Ο Τάσσος Κοντογιαννίδης σας προσκαλεί στην παρουσίαση του νέου του Βιβλίου με τίτλο :

    " Τα Κομνηνά της Ξάνθης "
την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 18 .30  στην αίθουσα της ΕΣΗΜΕΘ στιν οδό στρατηγού Καλλάρη 5 ( πλησίον Λεθκού Πύργου).


Για το βιβλίο θα μιλήσουν, οι Παντελής Σαββίδης, δηοσιογράφος της ΕΤ3, Γαβριήλ Λαμψίδης, δημοσιογράφος και ο συγγραφέας του. 
Συντονίζει ο Σάββας Καλεντερίδης, γραμματέας της Ευξείνου Λέσχης Αθηνών.








Με τιμή,
Τάσος Κοντογιαννίδης 



Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

10 αγαπημένα δίστιχα του Γιάννη Κουρτίδη


Αμον τα φύλλα ας σο κλαδίν ντο ρούζ'νε απ'έναν - έναν,
αέτσ' ρούζ'νε τα δάκροπά'μ και ζωγραφίζ'νε εσένα

Οντες κάθεσαι και χτενί'είς πουλόπο μ' τα μαλλία σ',
βάλτς 'ς σην καρδία μ' άψιμον και 'ς σα ψύα μ' φωτίας.

Πόσον καιρόν ογράσευα  με τη φωτογραφία σ',
ν' εφτάγ' ατο και καλατσεύ, ν' ακούω τη λαλία σ'.

Εγάπ' είχα κι εχάσ΄ατο και με την αμελία μ',
'ς σα ξένα χέρα ελέπ' ατο και καείται η καρδία  μ'.

Αχπάσκεσαι και που θα πας κι εμέν τίναν αφήνεις:
κρύον νερόν θα ίνουμαι,' ς σην στράταν για να πίνεις.

Απόψ' είδα σε'ς σ'όρομα μ', πουλί μ' σα θαλασσάκρα
έπεσες' ς σ'εγκαλόπο μου με τη χαράς τα δάκρα.

Ας σα ποταμολάλατσα ας έν' το μαξιλάρι μ'
ας κάθουμαι και λέω σας ντ' εδέβεν σο κιφάκι μ΄.

Τερώ τον ουρανόν γελώ, τη μάυρη γην και κλαίω,
τερώ τα ραχοκέφαλα, παρηυορίαν παίρω.

Τα μέσα τ'ς λεγνοπίαστα, μακρύν έν' το μαλλίν' ατ'ς,
εγώ να έμ' ο άγγελον που θα πάει παίρ' την ψήν ατ'ς.

Πλακίν ντο κείσαι κατωθύρ' 'ς σ' εγάπ'ς ιμ' το πορτόπον,
ελέπ'ς ατέν και χαίρεσαι κι εγώ τρώω το ψόπο μ΄.



Αυτά τα δίστιχα είναι από το πολύ αγαπημένο μας περιοδικό ΆΜΑΣΤΡΙΣ 
του Δημήτρη Πιπερίδη 
 και θέλω να τον ευχαριστήσω θερμά για την καταπληκτική δουλειά που κάνει, άλλα και για την συνεργασία μας ...
Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More