Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΓΩΓΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΛΥΡΑΣ


Ο Γώγος Πετρίδης ήταν γιος του Σταύρη Πετρίδη, ενός από τους
πιο διάσημους λυράρηδες και τραγουδιστές του Πόντου. Ο
Γώγος όχι μόνο συνεχίζει τις παραδόσεις του πατέρα του αλλά
-εμποτισμένος πια με τα ακούσματα της Ελλάδας- ανεβάζει
τεχνικά την ποντιακή λύρα στα ύψη. Εχει εκ φύσεις εξαιρετικά
μουσικά χαρίσματα και απορροφάει όλα τα μηνύματα από την
ποντιακή παράδοση. Παράλληλα με την λύρα μαθαίνει να παίζει
καταπληκτικά και μπουζούκι. Η
Στα χρόνια της ωρίμανσης του Γώγου ως μουσικού -από την
δεκαετία του ’50 και μετά- στην Ελλάδα αρχίζει να ακούγεται
η ποντιακή μουσική πρώτα από τα ραδιόφωνα και αργότερα
μπαίνει και στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως με βασικό
μουσικό όργανο τη λύρα του Πόντου. Σ’ αυτά γεννιούνται οι
πρώτοι επαγγελματίες Πόντιοι καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο
Γώγος ήταν πρωτοπόρος. Αυτή η δουλειά είχε τις προκλήσεις της
- για την ικανοποίηση των γούστων των πελατών των μαγαζιών
χρειαζόταν εκτός του ποντιακού ρεπερτορίου να παίζονται κατά
παραγγελία και γνωστά κομμάτια της εποχής αυτής που είναι και
ευρωπαϊκά βαλς και ταγκό, τα μπουζουκοτράγουδα: ζεϊμπέκικο
και χασαποσέρβικο και πολλά αλλά. Ο Γώγος ήταν ο πρώτος που
χάρη στο ταλέντο του έκανε αυτό το άνοιγμα εξαιρετικά - από
την μία ικανοποιώντας τους πελάτες των μαγαζιών, αλλά από
την άλλη αποδεικνύοντας τις άγνωστες μέχρι τότε δυνατότητες
της ποντιακής λύρας. Ο Γώγος εξασκούσε το επάγγελμα του
μουσικού αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε της ρίζες του, παίζοντας
εκπληκτικά την δημώδη παράδοση του Πόντου σε γάμους,
πανηγύρια και συνεργάζεται με ποντιακούς συλλόγους.
Το φοβερό χειμώνα του 1941 θα τον περάσει στη Νέα Σάντα Κιλκίς δίπλα σε

μακρινούς συγγενείς του πατέρα του. Για να εξοικονομήσει τα
προς το ζην θα ασκήσει το επάγγελμα του κουρέα (αυτός άλλωστε
είναι και ο λόγος για τον οποίο μέχρι το θάνατό του η αστυνομική
του ταυτότητα θα αναγράφει ≪επάγγελμα κουρεύς≫).
Την ίδια περίπου περίοδο θα ασχοληθεί και με μία άλλη
μεγάλη του αγάπη σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό: το τρίχορδο
μπουζούκι και το ρεμπέτικο, που δειλά-δειλά αρχίζει την εποχή αυτή να μετασχηματίζεται σε λαϊκό τραγούδι. Σύμφωνα με έναν
ακόμη ανεπιβεβαίωτο μύθο της εποχής θα γνωρίσει το Βασίλη
Τσιτσάνη, που υπηρετεί στο Τάγμα Τηλεγραφητών Θεσσαλονίκης.
Λέγεται μάλιστα ότι ο Τσιτσάνης εντυπωσιάστηκε από τη
δεξιοτεχνία του νεαρού Καλαμαριώτη, αλλά τον συμβούλεψε να
επιμείνει με τη λύρα, γιατί και η περιοχή ήταν γεμάτη πρόσφυγες
και το μεροκάματο με το μπουζούκι ακόμη επισφαλές.
 Δισκογραφία

Προκαλεί εντύπωση η εξαιρετικά περιορισμένη ενασχόληση
του με τη δισκογραφία. Μετά τους δίσκους γραμμοφώνου με το
Σπανίδη και το Χρύσανθο, θα ακολουθήσει μια πολυετής αποχή
από τη δισκογραφία. Μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 θα
ηχογραφήσει για λογαριασμό της VERAN τρεις ανεπανάληπτους
δίσκους των 45 στροφών, στους οποίους παίζει και τραγουδά ο
ίδιος (αργότερα η εταιρεία θα συμπεριλάβει τα έξι αυτά τραγούδια,
μαζί με άλλα τρία δισκάκια των Χρήστου Μπαϊρακτάρη και Παύλου
Τορνικίδη σε ένα ενιαίο άλμπουμ υπό τον αλλοπρόσαλλο τίτλο
≪Η Ωραία Φλώρινα≫). Τέλος το 1982, δηλαδή δύο μόλις χρόνια
πριν από το θάνατο του, θα ηχογραφήσει για λογαριασμό της
εταιρείας VASIPAP το κύκνειο άσμα του, τον κλασσικό πλέον δίσκο
με το σημερινό νομάρχη Ημαθίας Κώστα Καραπαναγιωτίδη, που
θεωρείται από πολλούς ως ο εμπορικότερος ποντιακός δίσκος
όλων των εποχών.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι η δυσανάλογη σε σχέση με τη
γενικότερη προσφορά του δισκογραφική του παραγωγή,
οφείλεται στο μόνιμο άγχος του να εμποδίσει τους επίδοξους
μιμητές του να αντιγράψουν τα επιτεύγματα της φαντασίας του.
Είναι αλήθεια ότι από ένα σημείο και πέρα όλοι ανεξαιρέτως
οι επαγγελματίες λυράρηδες της εποχής τον αντέγραψαν με
εξαιρετική επιμέλεια, όπως επίσης είναι αλήθεια ότι λίγα
πράγματα ενοχλούσαν τον Πατριάρχη περισσότερο από αυτήν
την αναπόφευκτη πραγματικότητα.


 ΓΩΓΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ & ΤΑΚΗΣ ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ - Επιτραπέζιο Σαντάς
Μια παλιά ηχογράφηση με τον Πατριάρχη της ποντιακής λύρας Γώγο Πετρίδη στη λύρα, και τον καλό του φίλο και συνεργάτη Τάκη Σαχινίδη στο τραγούδι.
Ο σκοπός είναι επιτραπέζιος (αργό Τίκ), που παιζόταν κυρίως στην περιοχή της Σαντάς του Πόντου.

Καλογερίτηκα θα φορώ , την καρδίας να μαυρίνω
Σε εσέν ντο έχω την σεβντά αρνόπο΄μ θα τρανίνω , αρνόπο΄μ θα τρανίνω ...
Το μαχαιρόπον δύστομον , ακονεμμένον κάμαν
Ετερώ το σεβνταλούκ σο κόσμον έναν τάμαν ...
Απόψ΄ και τα μεσάνυχτα, σο μέρομαν μερέα
Κι είδα το το αρνόπο΄μ , είδατο, να κρούει με μαχαιριά , να κρούει με μαχαιριά ...
Εγώ το κορίτς΄ π΄αγαπώ , εκείνο π΄αγαπάμε , εκείνο π΄αγαπάμε
Ατό για τεμέν αποθάν και εγώ για τ΄ατό χάμε , εγώ για τ΄ατό χάμε ...

Τα πόνεα σ’ ετελέθανε, γλυκέα εκοιμέθες,
ση παραδεί’ς τ’ αυλόπορτον με τη λύρα σ’ ευρέθες.
Το τέλος

Τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια για την υγεία του Γώγου
άρχισαν να εμφανίζονται την εποχή που εμφανιζόταν στη
≪Λεμόνα≫ των αδερφών Δημητριάδη. Η διάγνωση των γιατρών
δεν αφήνει καμία ελπίδα: ≪καρκίνος του παχέως εντέρου≫. Οι
επόμενοι μήνες θα είναι εξαιρετικά βασανιστικοί για το Γώγο.
Εμφανώς καταβεβλημένος θα συνεχίσει να εμφανίζεται για λίγο
ακόμη στη ≪Λεμόνα≫, ώσπου θα αναγκαστεί να αποσυρθεί, για
να τραβήξει το γολγοθά του. Θα αρχίσει να μπαινοβγαίνει στα
νοσοκομεία μέχρι τη στιγμή της τελικής κατάπτωσης, οπότε και
θα μεταφερθεί στο σπίτι του στην Καλαμαριά. Ο γιος του Σάββας
διηγείται ένα συγκλονιστικό περιστατικό. Λίγες εβδομάδες πριν
πεθάνει και ενώ είναι πλέον κατάκοιτος, θα ζητήσει να του φέρουν
τη λύρα του, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Θα ανασηκωθεί
στο κρεβάτι του, θα πάρει τη λύρα στα χέρια του και θα παίξει. Και
όχι μόνο θα παίξει, αλλά για μία ακόμη φορά θα συγκλονίσει. Κι
ενώ ολόκληρη η οικογένεια θα προσπαθεί να κρύψει τα δάκρυά
της, ο μεγάλος του γιος, ο Σταύρος, που την ώρα εκείνη μελετούσε
με το μπουζούκι του σε ένα διπλανό δωμάτιο, θα ανοίξει το
μαγνητόφωνο και θα ηχογραφήσει το συγκλονιστικό αποχαιρετισμό
του μεγάλου καλλιτέχνη. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το βράδι της
Μεγάλης Παρασκευής του 1984, ο Γώγος Πετρίδης θα περάσει στην
αιωνιότητα. Θα πεθάνει ήρεμος στην αγκαλιά του γιου του Σάββα,
έχοντας γύρω του την οικογένειά του. Παρουσία πλήθους κόσμου
και υπό τον ήχο της λύρας του μικρότερου γιου του, του Κώστα,
θα ταφεί στο κοιμητήριο της Καλαμαριάς.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More