Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ



παίγνα. Το Παιχνίδι ως λειτουργία. Άλλες ονομασίες, η παίη, το παιξίον και τ’ οΐν. (Φράση) Κλώθ’ ατό σην παιή και δουλείαν’ κι εφτάει (το ρίχνει στα παιχνίδια και δεν κάνει δουλειά). Το παιχνίδι ως μέσο, ως όργανο, λεγόταν παιγνιτώρ’ (το). (Φράση) Εκατήβαν αγγέλ’ με τα εξαπτέρυγα και τα παιγνιτώρα κι επαίραν ατεν κι επήγαν σον παράδεισον... (κατέβηκαν άγγελοι με τα εξαπτέρυγα και τα παιχνίδια και την πήραν και πήγαν στον Παράδεισο· από παραμύθι).

Λεπτομερή περιγραφή ποντιακών παιχνιδιών έχουμε από τους Ποντίους συγγραφείς Π. Μελανοφρύδη, Ε. Αθανασιάδη, Μ. Νυμφόπουλο κ.ά.





Κυρίως κοριτσίστικο παιχνίδι ήταν τα «λίντζα» (πεντόβολα), η «λαϊστέρα» (κούνια), τα «σπιτίτζας» (κουμπάρες) κτλ. Αγορίστικα το «τιβόλ’» ή «γιασίρ’» ή «άψιμον» (σκλαβάκια), το «σπαντόπολον» ή «σαπάντασιν» (σφεντόνα τύπου Δαβίδ), τα «τάπαντζας» (ψευτοπίστολα), το «αρόλ ρέτσκα» (κορόνα- γράμματα) κ.ά. Μεικτά ήταν η «τσάλτικα» (τσιλίκι), τα «λακκούσκας» (λακκάκια με τόπι), το «καρνακότζ’» (κουτσό), η «κρυφτερίτσα» (κρυφτό), τα «χονοκούστα» (χιονοπόλεμος), η «χαζ’νά» (Θησαυρός) κ.ά.
Άλλα παιχνίδια παίζονταν ατομικά, άλλα ομαδικά. Ατομικά ήταν το «καράβισμα» (χάρτινες βαρκούλες στο νερό), το «άλογον» (καβάλα στο καλάμι), η «ρακάτκα» (σφεντόνα με τσατάλα) κτλ. Ζευγαρωτά ήταν το «τσιφ τεκ» (μονά ζυγά), ο «αγέλαστον», «τζουντζουβάνα» (τραμπάλα), τα «κόγιας» (αράδες). Ομαδικά φιλικά: «κατακλάνα» (κυβιστήματα), «τσιντσίνταμαν» (γλίστρες), το «μάμη, μάμη, δώσ’ με άψιμον» (δώσε μου φωτίτσα). Ομαδικά ανταγωνιστικά: «λίντζα» (πεντόβολα), «τζουρούτα» (γαϊδουροδρομίες), «σχοινάκι», «ασίχ» (κότσια).
Από τα πνευματικά, τέλος, διαδομένα ήταν τα αινίγματα, οι γλωσσοδέτες, τα πνευματικά προβλήματα, το «τράδ’» (τρίλιζα) κ.ά.
Και για τα παιδιά των Ποντίων βασικό μέσο ψυχαγωγίας αποτελούσαν τα παραδοσιακά παιχνίδια. Έπαιζαν, κάθε φορά που ξέκλεβαν λίγη ώρα από τις δουλειές, έπαιζαν στις ακροποταμιές, στις πλατείες, μες στα σπίτια, πάνω στα δώματα, στα βοσκοτόπια, γενικά όπου έβρισκαν ευκαιρία. Έπαιζαν για δική τους ευχαρίστηση, αλλά και για να τους καμαρώνουν οι «σεϊρτζήδες» (φιλοθεάμονες).
Για να στηθεί το ομαδικό παιχνίδι, αφού μαζευόταν ο απαιτούμενος αριθμός παικτών, αποφασιζόταν έπειτα από πρόχειρες διαβουλεύσεις το είδος του παιχνιδιού που θα έπαιζαν. Η επιλογή γινόταν σε συνάρτηση με την εποχή, τη διαθέσιμη ώρα, τον αριθμό και την ηλικία των παιδιών («τα συμπαίια» ή «τ’ αλλάια»), την προτίμηση για το Α ή το Β παιχνίδι κτλ.
«Ας παίζομε τσάλτικαν» (ας παίξουμε τσιλίκι), ή «Εγώ λέγω να παίζομε λακκούσκας» (ας παίξουμε τα λακκάκια).
Κάποτε οι αλληλοσυγκρουόμενες γνώμες ικανοποιούνταν με την εναλλαγή παιχνιδιών.
Στη συνέχεια γινόταν η επιλογή του αρχηγού (της «μάνας») και η συγκρότηση των ομάδων (τα «πόρτας»). Η «μάνα» επιλεγόταν σύμφωνα με ορισμένα προσόντα: ηλικία, παράστημα, ικανότητα στο παιχνίδι. Γενικά έπρεπε να ήταν κοινής αποδοχής.
Οι αρχηγοί διάλεγαν έπειτα και τους ικανότερους κατά τη γνώμη τους συμπαίκτες, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν τον τυχόν ζαβολιάρη (τον «τζουχούζ»). Τον περισσευάμενο τον έδιναν με κλήρο ή τον παραχωρούσαν στην πιο αδύνατη ομάδα.
Τα παιδιά, όμως, είχαν και τις προτιμήσεις τους. Με κρυφά νοήματα ή με ματιές, επιζητούσαν στις στιγμές επιλογής να επηρεάσουν ευνοϊκό τη γνώμη της «μάνας». Μερικές φορές η ομάδα ήταν συγκροτημένη από τα πριν: έπαιζαν γειτονιά με γειτονιά («μαχαλάν και μαχαλάν»), αγόρια με κορίτσια, μικροί με μεγάλους κ.ο.κ.
Οι επιλογές αρχηγού, συμπαικτών, όπως και η «πρωτιά» στο παιχνίδι, καθώς και η «έδρα» («τ’ απάν» ή «το χωρίον») γίνονταν με ένα από τα πολλά λαχνίσματα που είχαν στη διάθεσή τους τα παιδιά: «γάλαν ψωμίν» , «άρκος, λύκος, μουχτερός…» «Άλφα Βήτα, κόψον πίταν…» «Αστούμ-παστούμ. . .».  Στη συνέχεια γινόταν (αν δεν είχε προηγηθεί) η προμήθεια των σύνεργων. Τα υλικά ήταν πρόχειρα, παρμένα από τη φύση (ραβδιά, λίθινες πλάκες), ή από τα ζώα (π.χ. τόπια από μαλλί βοοειδών) ή νήματα, μαντίλια, σπάγκοι, λουριά, σκοινιά κτλ. Συμφωνία γινόταν και για το είδος των τιμωριών, των αμοιβών, τη λήξη του παιχνιδιού κ.ά.
Οι πιο συνηθισμένες τιμωρίες ήταν το «κάλκεμαν» (μεταφορά των νικητών στην πλάτη ή την αγκαλιά), τα «λάχτας» (κλοτσιές), τα «μούστας» (γροθιές), τα «σιλάδας» (χαστούκια), το «λωρίαμαν» (μαστίγωμα με λουρί στα χέρια ή τα πισινά), η μίμηση φωνών ζώων.
Αμοιβές ήταν η χρηματική αποζημίωση (στα τυχερά παιχνίδια με νομίσματα), τα «λουπία» ή «λούκια» (λαμπούκες).
Την προτεραιότητα εξέφραζαν με τη φράση «έχω σε» τα τυχόν λάθη μπορούσαν να διορθωθούν, αν ο παίχτης προλάβαινε να πει «τσόρτσοπ» (λάθος).
Η αποχώρηση ενός ή δύο παιχτών είχε ως συνέπεια να γίνει ανασυγκρότηση στο παιχνίδι με όσους περίμεναν να παίξουν. (Φράση) «Εγώ φεύω, έλα έμπα σον δονό μ’» (εγώ αποχωρώ, έλα έμπα στη θέση μου).
Τα παιδιά επίσης χρησιμοποιούσαν και ξόρκια, όταν ήθελαν να μπερδέψουν τον αντίπαλο και να τον κάνουν να χάσει, όπως π.χ. το «Πάναϊα, λάχ’ κάεται» (Παναγιά μου, μακάρι να χάσει...), ή για να αποτρέψουν επιτυχημένες ενέργειες ή για να επιβάλουν την απαιτούμενη τάξη ή και απλώς για να παίξουν. Π.χ. έπιαναν πασχαλίτσες (ποπαδίας),τις άφηναν ελεύθερες στην παλάμη τους και τις παρακινούσαν να πετάξουν με το ξόρκι: «πόπαδια, πόπαδια, έβγαλ’ τα φτερά σ’ και πέτα... Θα λέγω τον ποπάν και κόφτ’ τ’ ωτία σ’. . .» (Πασχαλίτσα, πασχαλίτσα, βγάλε τα φτερά σου και πέταξε... Μην πω στον παπά και σου κόψει τ’ αυτιά...).
Η λήξη του παιχνιδιού το βράδυ, ιδίως μετά το κρυφτό, είχε μια ιδιαίτερη χάρη. Καθώς τα παιδιά αποχωρούσαν με το σούρουπο για το σπίτι τους, φώναζαν ρυθμικά και πολλές φορές: «κάθα εις σ’ οσπίτ’ν ατ’ κι ο λύκον σο τρυπίν ατ’» (καθένας στο σπίτι του κι ο λύκος στην τρύπα του). Το ‘λεγαν προφανώς από φόβο, γιατί ήξεραν πως ήταν η ώρα εξόδου του λύκου από τη φωλιά του.





Ο αγέλαστον.
Παιδικό παιχνίδι που το έπαιζαν κυρίως τα αγόρια, σε πολλά μέρη του Πόντου. Σ’ αυτό συμμετείχαν μόνο δύο παίκτες, από τους οποίους ο ένας καθόταν ακίνητος, ενώ ο άλλος προσπαθούσε, με χειρονομίες και μορφασμούς αστείους, να τον κάνει να κλείσει τα μάτια ή να γελάσει. Αν το κατόρθωνε, άλλαζαν ρόλους. Σε μια άλλη παραλλαγή του, πολλοί παίκτες κάθονταν αντικριστά, από τη μία μεριά οι «σοβαροί» και από την άλλη αυτοί που θα έπρεπε να τους κάνουν να κλείσουν τα μάτια ή να γελάσουν. Οι νικητές βέβαια έπειτα άλλαζαν θέσεις με τους ηττημένους.



Η τζιρτιχτέρα.
Σωλήνας που κατασκεύαζαν τα παιδιά από ίσια κλαδιά κουφοξυλιάς, αφού αφαιρούσαν το «χώρ’», δηλ. την εσωτερική εντεριώνη. Στο ένα άκρο του τοποθετούσαν μικρό κομμάτι ξύλου με μια τρυπούλα. Από την άλλη άκρη έμπαινε ένα πρόχειρο έμβολο που κατασκευαζόταν από ξύλο σχεδόν ισόπαχο με τη διάμετρο του σωλήνα και που στην άκρη του έφερε κομμάτι από ύφασμα. Σχηματιζόταν δηλαδή μια αναρροφητική αντλία, με την οποία, αφού τη γεμίζανε με νερό με αναρρόφηση, καταβρέχανε τους συνομήλικούς τους.

[παρόμοιο ήταν και το «πατλαγκούτσ’», μόνο που το έμβολο εκτόξευε βόλια που ήταν φτιαγμένα από την γέμιση του ξύλου, δηλαδή το «χώρ’»]


Η τζουντζουβάνα.
Παιδικό παιχνίδι, η κοινή τραμπάλα. Όπως καθόταν το ένα παιδί στη μιαν άκρη της τραμπάλας και το άλλο στην άλλη, ανεβοκατέβαιναν τραγουδώντας ρυθμικά:

Τζουντζουβάνα-βάνα-βάνα,
τη Γιαννίτζ’ η καλομάνα.

Το παιχνίδι αυτό λεγόταν και ζάγκαρα μάγκαρα.



Το αρόλ ρέτσκα (λ. ρωσ.).
Παιδικά παιχνίδι, αντίστοιχο του ελληνικού «κορόνα-γράμματα». Παιζόταν στην περιοχή του Καρς. Οι δύο παίχτες έβαζαν ισόποσες δεκάρες (καπίκια) τη μια πάνω στην άλλη σε σωρό. Με το τάλιρο (πετάκ) στο χέρι, ρωτούσε ο ένας τον άλλο: «Αρόλ-ρέτσκα;» (κορόνα-γράμματα;) Διάλεγε ο συμπαίχτης κι έριχνε ο πρώτος το πετάκ’ ψηλά. Όταν έπεφτε τούτο καταγής, έβλεπαν τι ήρθε πάνω και ο νικητής έπαιρνε το σωρό με τις δεκάρες.



Το ασάκ.
Είδος παιχνιδιού, που παιζόταν ως εξής: Δύο αγόρια στέκονταν όρθια και αντικριστά και αλλά δύο, πάλι αντικριστά, αλλά με τα κεφάλια σκυφτά ανάμεσα στα σκέλια των δύο πρώτων. Από μακριά έρχονταν ένας ένας οι παίχτες της αντίπαλης ομάδας και πηδούσαν με το κεφάλι (έκαναν τού μπα) πάνω στους σκυφτούς. Όποιος δεν μπορούσε να πηδήσει από την άλλη μεριά έχανε και επίσης έχανε και όλη η ομάδα του, και άλλαζαν θέσεις.
Μια παραλλαγή του «ασάκ» δίνει και η παρακάτω περιγραφή που θυμίζει τη γνωστή στον ελλαδικό χώρο «τσανταλίνα μανταλίνα».
Στον Πόντο τα μαντριά ήταν μεγάλα και στη μέση είχαν ένα μεγάλο στύλο. Ένα παιδί κράταγε το στύλο και έσκυβε, ενώ πίσω του έρχονταν οι άλλοι αραδιασμένοι σκυφτά, με το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια του αμέσως προηγούμενου. Της άλλης ομάδας πηδούσαν ένας ένας και καβαλίκευαν τους σκυμμένους. Αν έγερναν και έπεφταν, έπαιρναν τη θέση των αντιπάλων



ασίχ (και αλτσίχ).
Παιδικό παιχνίδι, παιζόμενο κυρίως τις μεγάλες βραδιές του χειμώνα, μέσα στο σπίτι.
Το ασίχ ήταν το κόκαλο αστράγαλος (κότσι) από πόδι γουρουνιού, αρνιού ή μοσχαριού. Η μια πλευρά του ήταν ο «βασιλέας», η αντίθετη ο «βεζίρτς» (ή «γαϊσάς», λουριάς), η καμπυλωτή πλευρά ο «ψωμάς» (φούρναρης) και η αντίθετή της, η βαθουλωτή, ο «κλέφτες».
Το παιχνίδι παιζόταν από Τρία και περισσότερα παιδιά. Κάθονταν όλα κυκλικά και έριχναν τα κόκαλο, τον αστράγαλο, με τη σειρά, για τη διανομή των τίτλων. Πρώτα έριχναν ποιος θα πάρει το «βασιλιά», ένα μικρό ραβδί (το σκήπτρο). Μετά έριχναν ποιος θα πάρει το βεζίρη, δηλαδή το λουρί από παντελόνι ενός αγοριού. Ύστερα άρχιζε το καθαυτό παιχνίδι.
Ο «βασιλιάς» κρατούσε το «σκήπτρο» και ο «βεζίρης» το λουρί. Αν ο πρώτος που έριχνε έφερνε τον «κλέφτη» ο «βασιλιάς» διάταζε το «βεζίρη» να του δώσει με το λουρί στις παλάμες όσες ξυλιές ήθελε. Αν έφερνε «βασιλιά», έπαιρνε το σκήπτρο και έπαιζε αυτός το ρόλο του «βασιλιά». Αν έφερνε «βεζίρη», έπαιρνε το λουρί. Αν έφερνε «ψωμά» δε συνέβαινε τίποτε. Έριχνε άλλος, έπειτα άλλος κ.ο.κ. Αν ο αστράγαλος στεκόταν όρθιος, φώναζαν τα παιδιά «τίκια» ή «τρόγκολος» και ξανάριχνε ο ίδιος παίχτης.



Τα λίντζα.
Το παιχνίδι πεντόβολα. Είναι αποκλειστικά κοριτσίστικο παιχνίδι. Ένα ζευγάρι κοριτσιών παίζει με 5 πετρούλες, λείες και στρογγυλές. Το ποιο θα παίξει πρώτο εξαρτάται από τον κλήρο που ρίχνουν. Το παιχνίδι έχει εφτά φάσεις. 1) ο μονόν, 2) δίτζια, 3) τρίντζια, 4) κουμούλ’, 5) αλαλάχτρα, 6) μαμή και 7) χερίτσα.



Εμπροστία
Παιδικά παιχνίδι με δύο ομάδες. Η μία, ύστερα από μια κλήρωση αποτυχημένη, έκανε έναν κύκλο με τη ράχη προς τα έξω και οι παίχτες, ολόρθοι όπως ήταν, κρατούσαν τα χέρια πλεγμένα στους ώμους ο ένας με τον άλλο. Οι παίχτες της άλλης ομάδας τους καβαλούσαν ταυτόχρονα με σύνθημα του αρχηγού τους. Ο αρχηγός καβαλούσε τον αρχηγό και έλεγε ρυθμικά φράσεις ακαταλαβίστικες. Τελειώνοντας του ‘κλεινε τα μάτια με το ένα χέρι και ύψωνε το άλλο με ένα ή δύο ή τρία ή τέσσερα δάχτυλα ή και γροθιά ακόμη και του ζητούσε να τα βρει. Αν τα έβρισκε, τότε άλλαζαν θέση οι ομάδες και το παιχνίδι συνεχιζόταν.


Πηγή: Εγυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, εκδ. Μαλλιάρης.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More