Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η ΕΥΔΙΑ ΣΑ ΠΑΡΧΑΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ



Η ζωή στα Παρχάρια κρατούσε όλο το καλοκαίρι, Ιούνιο- Άυγουστο. Η καλοκαιριά και ο ξάστερος ουρανός ήσαν οι καλύτεροι συντελεστές της  ειρηνικής και ήρεμης Ζωής.
Οι Παρχαρομάνες με τις φροντίδες τους συγκέντρωναν τα γαλακτοκομικά προϊόντα και κάθε Κυριακή τα προωθούσαν στο χωριό.

Όταν τα προϊόντα ήσαν πολλά, η Παρχαρομάνα χαίρονταν και καμάρωνε για την μεγάλη σοδία. Γι΄ αυτό και στιχουργήθηκε  από τον λαϊκό τραγουδιστή - τον τραγωδιανόν- ο παρακάτω στίχος:

Σαράντα χτήνα έλμεγεν, χτήνια κωδωνομένα
κι άλλα σαράντα βόσκιζεν, μουσκάρια άμον ζουρκάδια.
Με το κρενίν κατήβαζεν το γάλαν΄ς σο χωρίον
κι ας σου γάλατ΄την΄άθεραν λύκος εποταμίεν.

Όμως ο καιρός δεν ήταν πάντα καλός και εύδιος. Πολλές φορές έβρεχε μέρες και πυκνή ομίχλη κάλυπτε τα βοσκοτόπια. << Ετσούπωνεν η δείσα>> όπως έλεγαν.



Αυτή η ομίχλη, αυτή η << δείσα>> ήταν το μαρτύριο των παρχαριών, ανθρώπων και ζώων. Κλείνονταν στο μαντρί τα << χτήνα>> για το φόβο των λύκων και των αγριμιών, σάπιζαν τα Θερισμένα χόρτα και όλα ήταν μουντά και ξέθωρα. Δυσκόλευε η περιποίηση των ζώων και όλη ι ζωή γινόνταν ένα ακράτητο μαρτύριο.
Για να φύγει η ομίχλη, η << δείσα>>, κάνανε μια γιορτή, τη γιορτή της << ευδίας>>, << τ΄ς ευδίας>> όπως  έλεγαν, που ήταν ένα είδος λιτανείας, μια παράκληση να έλθει η καλοκαιρία, ο ήλιος, να έλθει η ζωή του παρχαριού στον κανονικό της ρυθμό.
Έτσι λοιπόν, εκεί στα ψηλά βουνά της Ματσούκας στα όμορφα και ειδυλλιακά παρχάρια, στα κρύα νερά στα μανουσιάκια και στα μάραντα, οι παρχαρομάνες και τα παρχαρόπουλα, αγόρια κορίτσια κάνανε<< τ΄ς ευδίας>> και παρακαλούσαν τον θεό, τον ουρανό και τα αστέρια να φύγει η << δείσα>> και ι βροχή από τα παρχάρια και να δει ο  κόσμος ουρανό, να δεί άσπρη μέρα..

Η λέξη ευδία είναι αρχαία ελληνική, παράγωγο της λέξης εύδιος που σημαίνει καθαρός ξάστερος ουρανός, καλοκαιριά.

Το έθιμο της ευδίας είναι ένα από τα πολύ παλιά όμορφα έθιμα της Ματσούκας, βγαλμένο μέσα από την ποιμενική ζωή των παρχαριών. Εκεί ψηλά στις ράχες και στα ατελειωτα λιβάδια, που έφταναν ως την άκρη του κόσμου, εκεί στον παράδεισο, ζούσαν τι ζωή τους οι Ματσουκάτες με όλες τις συνήθειες και τα έθιμα τους σωστά και ανθρώπιναα πάντα με την ευλογία του Θεού.
Εκεί ψηλά στα παρχαρολίβαδα συνήθιζαν να κάνουν << τ΄ς ευδίας>> το όμορφο έθιμο , που ήταν ένα πρωτότθπο και πανάρχαιο έθιμο, ένα χαρούμενο πανηγύρι, ήταν μια αντίδραση στην καταραμένη ομίχλη που ήταν πράγματι βραχνάς στη ζωή του παρχαριού. 5-10 μέρες έβρεχε και ι ομίχλη σκέπαζε τα πάντα. 
Υπόφερε όλος ο βίος, αγγελάδες, πρόβατα μένανε στο μαντρί και έξω δεν μπορούσαν να βγουν. Υπήρχε έπειτα και ο φόβος των θηρίων. Όσα ζώα μένανε απομονωμένα στα λιβάδια συνήθος γινόταν θηράματα των λύκων. Άνθρωποι και ζώα ποθούσαν του ήλιου το φως και χιλιοπαρακαλούσαν το θεό να γίνει καλοκαίρι, να γίνει ευδία.



Έτσι γεννήθηκε το έθιμο της ευδίας, μια παράκληση να φύγει η δείσα, η ομίχλη, να βγει ο ήλιος πάλι, να ζεσταθεί ο κόσμος, να βγούν τα ζώα στο βοσκή, να στεγνώσουν τα χόρτα, να χαρούν τον ήλιο άνυρωποι και ζώα.
Και ξαφνικά σαν έβλεπαν τα σημάδια του καιρού, τα << κατεσέμια>> όπως έλεγαν, του ουρανού να δείχνουν πως αλλάζει ο καιρός και σε λίγο θα βγει ο ήλιοςκαι θα καλυτερέψει, τότε όλα τα παρχαρόπουλα, αγόρια , κορίτσια μαζεύονταν και κάνανε το έθιμο <<τ΄ς ευδίας>>.
Γύριζαν όλες της καλύβες και με λύρα, με χειλιάυρη έψελναν σαν κάλαντα της << ευδίας την τραγωδίαν>>.
- Θεί, θεία τυροθεία, έβγα έξ΄,νε, καλοθεία
έρθαν ς σ ην πόρτασ΄τσ΄ευδίας τα παιδία.
-Τέρεν τ΄λαστρα ντ΄εξέβαν και το φέγγον π ΄εμαρμάν΄τσεν.
-Να λελέβω το λαμπνόπο σ΄και το κόφτ΄τάπάλ΄βαθέα.
-Να λελέβω το βουρόπο΄σ΄και το δίει  πολλά αλευρόπον
και που θέλ΄τον ήλιον κάντιον, δίει τυρίν και βουτουρόπν
και που θέλ΄την δείσαν πίσσαν, λεεί με καλός είσαι, άμε δέβα.

Μετά την ψαλμωδία, μετά το τραγούδι κάνανε στην αυλή κάθε καλύβας ένα σύντομο χορό, χειροφιλούσαν την παρχαρομάνα έπαιρναν ένα πρόχειρο κέρασμα και με το ρακί τους και τους χορούς τους, με τα τραγούδια και τις φωνές τους βραδυάζανε στα καλυβόσπιτα.

το πρωί γινόταν το θάυμα. Τα τραγούδια της ευδίας έφερναν τον καλό, τον ευδίο καιρό και ο  παρχάρης επανακτούσε τη ζωή και τη δράση. Άνθρωποι, γυναίκες, άνδρες, αγόρια κορίτσια, ζώα , αγελάδες, πρόβατα όλα χαίρονταν την ευδία και τις ομορφιές του << παρχαρή>>. Ήλιος, χαρά θεού, αιθρίαζε ο ουρανός και χαμοπετούσαν από χαρά τα πάντα. Και η δείσσα  Η δείσσα σηκώνονταν από τα λιβάδια και τις βουνοπλαγιές κατέβαινε στα χαμηλά και σκέπαζε τα ποτάμια της Ματσούκας, του Πρύτανη και της Παναγίας το ποτάμ.
Έτσι πάλι άρχιζε η ζωή, το μούγκρισμα των αγελάδων, το βέλασμα των προβάτων, οι φωνές, τα γέλια, τα τραγούδια, Έβγαιναν και οι ρομάνες στις δουλειές, στο θερισμό του χόρτου, στο κόψιμο των  ξύλων.

Παρχαρομάνα λάλεσε, ας έρχουν οι ρομάνες,
Έγω τα χιόνια έλυσα και την χλοάδαν έγκα.


Φώναζαν και μιλούσαν με τις αγελάδες, με τα μοσχάρια σαν να ήσαν άνθρωποι και εκίνα. Και άκουες
- Να ζουρκαδία, να Καλαντάρα, έλα, έλα Καλαντάρα και ύστερα φώναζε η μια ρομάνα την άλλη αρκετά μακρόσυρτα για να ακουστεί μέσα στο δάσος.
-Σοφία, έ Σοφιά ακόμαν εποίκες το γομάρι σ΄
- Γιόκ , γιόκ Παρθένα , έλεγε η άλλη, << Θέλλω έναν εγκαλιόπον και άλλο>>. και με τη μελωδική φωνή της τραγουδούσε το ματσουκάτ΄κον την καίτέν και αντιβοούσαν τα βουνά και οι λαγγαδιές της Ματσούκας.
-<< Σου τσαϊρί σ΄το κόψιμον έπαρ΄και ΄μέν εργάτεν,
τα χορτάρια το κόφτουμε, εφτάμ στα κρεββάτιν>>.
-<< Σου τσαϊτίσ ΄το κόψιμον,΄ςσ΄αξινάρι σ΄το χτύπον
εσέγκες με ς σο ΄νούνιγμαν, και γώ ακόμαν μικρίκον>>.

Αυτά τα τραγούδια τελειωμό δεν ίχαν. Τα κοτσύφια από τη μία μεριά και το ματσουκάτ΄κον το μακρύν από την άλλη ομορφαίνανε τον κόσμο!
Αλήθεια τι όμορφα ήταν μέσα σε κείνον τον παράσεισσο!! Επάνω ο θεός, κάτω οι άνθρωποι της Ματσούκας, ζούσαν αρμονικά ο ένας δίπλα στον άλλον. . . .


Από το Βιβλίο του  Νίκου Λαπαρίδη " Τα Παρχάρια της Ματσούκας"
εκδοτικός οίκος  Αδελφών Κυριακίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More