Συνολικές προβολές σελίδας

.

Θέλετε να αποκτήσετε μια Ποντιακή λύρα ? Θέλετε έργο τέχνης ποιότητα και ποικιλία ? Τότε το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να πατήσετε σε αυτό το σύνδεσμο ι να με πάρετε σε αυτό το τηλέφωνο . . . Επικοινωνήστε μαζί μου 6977220589

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας. Το σχολείο αυτό άρχισε να λειτουργεί κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκικής δουλείας δεν ήταν όμως σε περίοπτη τάξη πλην όμως ήταν το μοναδικό σ΄ όλη τη περιοχή. Με το χρόνο όμως άρχισε και η αναγνώρισή του όπου και ονομάστηκε Φροντιστήριο. Σ΄ αυτό συνετέλεσαν περισσότερο οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Μουρούζες και Υψηλάντες όπου στις αρχές του 18ου αιώνα, ενθυμούμενοι την καταγωγή τους, άρχισαν να το επιχορηγούν οικονομικά για την γενικότερη ανύψωσή του. Το όνομα Φροντιστήριο φέρεται να έλαβε περί το 1682.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Επιστολή μελλοθάνατου Αλέξανδρου Ακριτίδη, εμπόρου Τραπεζούντας

1921 7βρ 5 Κυριακή




Γλυκυτάτη μου Κλειώ



Σήμερον ετελέσθη εν τη φυλακή λειτουργία και εκοινωνήσαμε όλοι, περί τους 100 από διάφορα μέρη. Έχει αποφασισθεί ο δια της κρεμάλας θάνατος. Αύριον θα πηγαίνουν οι 60, μεταξύ αυτών οι 5 Τραπεζούντιοι και θα γίνει ο δι' αγχόνης θάνατος.
Την Τρίτην δεν θα είμεθα εν ζωή, ο Θεός να μας αξιώσει τους ουρανούς και σε σας να δώσει ευλογίαν και υπομονήν και άλλο κακόν να μη δοκιμάσητε.
Όταν θα μάθετε το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάσετε τον κόσμον, να έχετε υπομονή.
Τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν. Ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ.
Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλαμβάνει πατρικά καθήκοντα και να μην αδικήσει κανένα από τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά. Από τα μικρά, τον Παναγιώτη να στείλεις στο σχολείο, την Βαλεντίνην να την μάθης ραπτικήν. Την Φωφών να μη χωρίζεσαι ενόσω ζεις.
Εις τον Στάθιον τας ευχάς μου και την υποχρέωσιν όπως χωρίς αμοιβήν διεκπεραιώσει όλας τα οικογενειακάς μου υποθέσεις που θα του αναθέσητε.
Ο παπα Συμεών ας με μνημονεύσει ενόσω ζη. Να δώσης 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στην Μέριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον. Και ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι.

Αντίο βαίνω προς τον πατέρα και συγχωρήσατέ μου

ο υμέτερος

Αλ. Γ. Ακριτίδης






Επιστολή μελλοθάνατου Ματθαίου Κωφίδη, βουλευτή Τραπεζούντας

15/28 Σεπτεμβρίου 1921 φυλακαί Τιμαρχανέ - Αμασείας




Φιλτάτη Ουρανία


Χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το δικαστήριον Ιστικλάλ, καμίαν ελπίδα δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθή η απόφασις η οποία βεβαίως θα είναι καταδικαστική, σας αφίνω υγείαν και εις την προστασίαν του Παναγάθου, περιττά τα πολλά λόγια, θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, δια να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσης το βαρύ φορτίον σου.

Σας γλυκοφιλώ όλους

Ο Ματθαίος σου


Υ.Γ. Εις τα φίλτατα την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.

ο ίδιος



Από το αρχείο του γιου του Κώστα Κωφίδη






"Όλες τις κοπέλες και τις γυναίκες που συνέλαβαν οι Tσέτεδες , τις οδήγησαν μέσα στη Μονή, τις βίασαν και τις διακόρευσαν κτηνωδώς. Μετά από επανειλημμένους βιασμούς και ενώ τα θύματα δεν ήταν σε θέση να κινηθούν, τα αποκεφάλισαν μέσα στη Μονή.
Έσφαξαν και άντρες, αφού τους ανάγκασαν να βλέπουν την κακοποίηση των γυναικών τους...
Μια εικοσάχρονη κοπέλα η Κυριακή Τσιρονίδου , βιάστηκε μπροστά στους δικούς της από εννέα βδελυρούς Τούρκους Τσέτεδες, από τους οποίους ο τελευταίος την αποτέλειωσε με το ξίφος του..."
Η νύκτα στην ιερά Μονή Βαζελώνος ήταν μια από τις πιο ανατριχιαστικές σελίδες της Ποντιακής Γενοκτονίας.


Απόσπασμα από την "Μαύρη Βίβλο" του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ξεριζωμός ..Προσφυγιά.. έννοιες άρρηκτα δεμένες με την ιστορία της οικογένειάς μου.. Μικρογραφία της τραγικής πορείας των Ποντίων..

Το 1878 ξεκινά η μαρτυρική διαδρομή των προγόνων μου, μετά τον τελευταίο Ρωσοτουρκικό πόλεμο..
Oι διωγμοί, η ανασφάλεια, ο φόβος , ανάγκασαν τους γονείς μου και τις οικογένειές τους-μαζί με τους υπόλοιπους Ρωμιούς της περιοχής-να εγκαταλείψουν την πατρική γη, την Αργυρούπολη. Θυμάμαι ότι ο παππούς μου, Αλέξης Παλαπανίδης, μιλούσε με ιδιαίτερη νοσταλγία για το μικρό χωριό του, το Ντεμιρτσίκιοϊ της Αργυρούπολης, για τις τρέλες των παιδικών του χρόνων, τις ατέλειωτες ώρες σκληρής δουλειάς στο χωράφι, την αδυναμία του να κουμαντάρει τα ζώα της οικογένειας. Γεωργοί και κτηνοτρόφοι ήταν οι γονείς του, οι περισσότεροι όμως συγχωριανοί του εργάζονταν σκληρά στα μεταλλεία και στα λατομεία της περιοχής, ενώ άλλοι μετανάστευσαν στην Τραπεζούντα ή στην Ρωσία προκειμένου να διασφαλίσουν καλύτερο εισόδημα για τις οικογένειές τους. Σημείο ξενοιασιάς και γιορταστικής συνάντησης, το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου, όπου αντάμωναν όλοι οι κάτοικοι και οι λιγοστοί μουσουλμάνοι που ζούσαν στο χωριό και γλεντούσαν, ξεχνώντας για λίγο τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής. Όλα όμως άλλαξαν... ο τρόμος άρχισε να φωλιάζει στις καρδιές των Ρωμιών. Μας πήρανε αρκετά χωράφια.. για να τα παραχωρήσουν στους Τούρκους που ήρθανε πρόσφυγες από τον Καύκασο...και το δικό μας.. δεν είχαμε τίποτε πλέον. Το κράτος ζητούσε περισσότερους φόρους από εμάς.. πολλοί συγγενείς μας έχασαν , με αυτόν τον τρόπο, τα ζώα τους, καθώς αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα δυσβάσταχτα χρέη τους. Και δεν έφτανε μόνο αυτό.. Άγριοι τσέτες λήστευαν, τρομοκρατούσαν-έτσι σκοτώσανε τον Κώτσο τη Χάρονος, όπως τον έλεγαν, επειδή αντιστάθηκε- όχι μόνο στο χωριό μας, αλλά και σε όλη την περιοχή. Ακόμα και οι μουσουλμάνοι γείτονές μας, ήταν πια επιθετικοί και με την παραμικρή ευκαιρία εκδήλωναν κάτι , αόριστα, εχθρικό.. Όλα συνωμοτούσαν για τον επερχόμενο ξεριζωμό μας, από το χωριό μας, το ΝτερμιτσίκιοÏ.. Οι τελευταίες μέρες πριν από την ομαδική αναχώρηση.. Οι γυναίκες, άναβαν τους φούρνους, ζύμωναν, έψηναν ψωμί και το έκαναν φρυγανιές και παξιμάδια, έκαναν μακαρίνα, γέμιζαν βαρελάκια ή τενεκέδες με βούτυρα και τυριά.. Οι άντρες γέμιζαν σακιά με αλεύρι και σιτάρι, έσφαζαν ,με σπαραγμό της καρδιάς τους, τα εκλεκτά τους ζώα, έψηναν σε μεγάλα καζάνια το κρέας τους , το έκαναν καβουρμάδες και με το λίπος μαζί , το έβαζαν σε βαρελάκια ή σε πήλινα δοχεία.. Στη τελευταία λειτουργία, κυριαρχούσε η θλίψη και η απογοήτευση.. Ήταν όλοι οι χωριανοί εκεί.. Προσεύχονταν και με τρεμάμενο χέρι άναβαν το στερνό τους κερί..Κυνηγημένοι από τα τραγικά παιχνίδια των εθνικιστών της εποχής , οδηγήθηκαν εκεί, που ήδη είχαν καταφύγει πριν αρκετά χρόνια, πολλοί Πόντιοι προκειμένου να επιβιώσουν, στο Κάρς . Η οικογένειά μου εγκαταστάθηκε στο χωριό Σιντισκόμ.. Σπίτια λίγα, τρόφιμα ακόμη λιγότερα. Αναρχία και αταξία παντού. Παρόλα αυτά, μας δέχτηκαν, μας φιλοξένησαν. Μοιράσθηκαν την δυστυχία μαζί μας, καθώς κι ένα κομμάτι γης για να επιβιώσουμε. Πως όμως!!! Οι επιδρομές του τούρκικου στρατού, συχνές.. Οι επιθέσεις των Κούρδων, το ίδιο. Η μοίρα του Πρόσφυγα. .η ευαίσθητη αυτή περιοχή συνδέθηκε με το πεπρωμένο μας.. οι δολοφονίες και η προσπάθεια αφανισμού των Ρωμιών στην ημερήσια διάταξη.. και πάλι ξεριζωμός, αυτή την φορά για τη Γεωργία, στα αφιλόξενα χωριά της ΤσάλκαςΣε αυτό τον τόπο γεννήθηκα -το 1915-..σα ξένα.. όπως με παράπονο, έλεγε η μητέρα μου, ελπίζοντας να έρθει κάποτε η μέρα που θα επιστρέφαμε στη «ρίζα» μας.. στην γενέθλια γη..Αντί όμως γι'αυτό. .ήρθε ο θάνατος. .περίσσεψε ο πόνος.. και όσοι απέμειναν από την γλυκιά πατρίδα, αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στην Ελλάδα. Το 1922, όταν οι Πόντιοι της Μαύρης Θάλασσας εγκατέλειπαν τον τόπο τους, αποφασίσαμε κι εμείς, όπως πολλοί συμπατριώτες των περιοχών αυτών( Ρωσίας-Γεωργίας) να ακολουθήσουμε το δεύτερο «ρεύμα» Προσφυγιάς προς τη Ελλάδα, με την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, με την ελπίδα να μη ζήσουν οι επόμενες γενιές κι άλλους ξεριζωμούς κι άλλη δυστυχία.. Στο λιμάνι του Βατούμ, στη Ν. Ρωσία, πλήθος κόσμου περιμέναμε το καράβι της «σωτηρίας»...Πεινασμένοι, δυστυχείς, κυνηγημένοι από τη ζωή.. δίχως να γνωρίζουμε ότι το τραγικότερο «παιχνίδι» για την οικογένειά μου μόλις είχε αρχίσει.. Ενώ περνούσαν οι μέρες της προσμονής, ο πατέρας μου(Σάββας Παλαπανίδης) αποφάσισε-πιστεύοντας ότι θα προλάβει, με δεδομένο την πολυήμερη αναμονή-να πάει στο χωριό κα να φέρει το άλογο και το βόδι για να τα πάρουμε μαζί μας στην Ελλάδα... «Κάτ' να έχομε σα ΄σερα μουν, να επορούμε να χτίζομε την ζωήν εμουν.» τους έλεγε με αγωνία. Η μητέρα μου (Αγάπη Παλαπανίδου) και ο θείος μου (Φώτης) προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, εκφράζοντας την ανησυχία και την αγωνία τους.. «θα έρτε το παπόρ και θ'απομένεις οπίς..»Την απόφαση όμως την είχε πάρει ο πατέρας μου, και μαζί με αυτόν κι εγώ. Θέλησα να πάω μαζί του, να τον βοηθήσω.. παρά τα 7 μου χρόνια, ένοιωθα και ζούσα τον πόνο και τα βάσανα των αγαπημένων μου.. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των γονιών μου, με πήρε μαζί του..Όταν όμως επιστρέψαμε στο λιμάνι, ύστερα από 4 ημέρες, το καράβι είχε πια σαλπάρει για την Ελλάδα.. και ήταν το τελευταίο. Περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια, ελπίζοντας να σμίξουμε με την μητέρα μου.. Ήταν αδύνατο.. οι δρόμοι πια είχαν κλείσει.. Βλέπετε πάντα την μοίρα των Λαών την ορίζουν και την καθορίζουν οι πολιτικές και ο Ποντιακός λαός την ένοιωσε και την έζησε αυτή την πρακτική, σε όλες τις πτυχές του...Και το τραγικότερο? Μάθαμε ότι πολλοί συμπατριώτες μας, πέθαναν κατά την διάρκεια του ταξιδιού, εξουθενωμένοι από τις αρρώστιες και τις κακουχίες.. Μήπως άραγε το ίδιο συνέβη και με την μητέρα μου?.. Το είχαμε πια αποδεχτεί, ίσως γιατί δεν μπορούσαμε να δεχτούμε την πραγματικότητα..Την δεκαετία του ΄60 ,όταν «άνοιξαν» οι δρόμοι και ήρθαν αρκετοί επισκέπτες από την Ελλάδα, έμαθα για την μητέρα μου.. Ζούσε και περίμενε το θαύμα... «Ατζάπ'ς ο Αλέξης μου ζει? Ντ'έγέντονε..»Από τότε δίαυλο επικοινωνίας για μας, αποτελούσε, η καθημερινή σχεδόν, αλληλογραφία. Ένοιωθα ότι το μελάνι που αποτύπωνε τα λόγια της στο χαρτί, ανέδυε το μητρικό δάκρυ μιας χαρμολύπης..(Μετά την μεταφορά τους στην Ελλάδα και αφού έζησαν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στα λιμοκαθαρτήρια και στους προσφυγικούς καταυλισμούς στον Πειραιά, τους οδήγησαν στην Θεσσαλονίκη, στην περιοχή του Λεμπέτ-σημερινή Σταυρούπολη-από όπου , ψάχνοντας τόπο που να θυμίζει την πατρική τους γη, εγκαταστάθηκαν στο Π.Αγιονέρι του ν. Κιλκίς).
Η δικτατορία που είχε επιβληθεί στην Ελλάδα(1967), ανέκοψε για μια ακόμη φορά την αγωνιώδη μου προσπάθεια , καθώς για μια ακόμη φορά «εσπάλισαν τα στράτας»..Με την επαναφορά της Δημοκρατίας στην χώρα, το 1974, ξεκινήσαμε από την αρχή τις διαδικασίες για τον ερχομό μου στην Ελλάδα, ώσπου το καλοκαίρι του 1981, σε ηλικία πια, 66 ετών, κάνω το ομορφότερο ταξίδι της ζωής μου, ένα ταξίδι στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον, ένα ταξίδι επιστροφής στην μητρική αγκαλιά.



ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΓΤΖΙΔΗ

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΑΛΤΣΙΔΟΥ ΒΑΡΒΑΡΑΣ



Σαλτσίδου Βαρβάρα από Κόλοου Έρπαα
έτος γεν.1902

αφήγηση Μάρτιος 1966.


Προς τα τέλη του 1917 νομίζω, σε κάποιο κρυψώνα στο βουνό Κοτζά Ντάγ οι Τούρκοι ανακάλυψαν πολλές ομάδες κρυπτόμενων γυναικοπαίδων, άλλες τις εβίασαν, άλλες τις πήγαν εξορία όπου και χάθηκαν και άλλες τις πήγαν σαν δούλες και τις πούλησαν.

Μία ομάδα γυναικών είμασταν κρυμμένες μέσα σε ένα ρέμα στο ποταμό Λύκο, έτσι το λέγανε ή Γεσίλ Ιρμάκ ή Ίρη δεν θυμάμαι, και εκεί κρυφτήκαμε κάτω από ένα καταρράκτη που είχε πίσω σπηλιά.
Είδαμε τους Τούρκους να έρχονται προς την μεριά μας ακολουθώντας το ποτάμι και σε ύποπτα μέρη, πυροβολώντας για να δουν αν κάποιος βρίσκεται κρυμμένος σε θάμνους ή μέσα στις καλαμιές.
Καταλάβαμε ότι το ίδιο θα γίνει και με μας αν μας ανακάλυπταν, εκεί όμως που βρισκόμασταν δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι πίσω από τον καταρράκτη θα υπήρχαν άνθρωποι. Αλλά είχαμε μαζί μας και μικρά παιδιά και σκεφθήκαμε, καλά όλα αυτά αν όμως κάποιο παιδί κλάψει και προδώσει την θέση μας τι θα γίνει
Είμασταν περισσότερες από 100 γυναίκες και είχαμε 8-10 παιδιά, ηλικίας 2 έως 7 χρονών και αποφασίσαμε να τα πνίξουμε μη τυχόν και κλάψει κάποιο ή μιλήσει και όταν οι Τούρκοι θα ήταν κοντά μας θα ανακάλυπταν την κρυψώνα μας και θα μας συλλάμβαναν.
Τότε η κάθε μία από εμάς πήρε το παιδί της άλλης και το έπνιξε, σφίγγοντας το λαιμό του και αφήνοντας το νερό του καταρράκτη να μπει μέσα στο στόμα του.
Κάποιο κοριτσάκι 6-7 χρονών όταν είδε το τι γινότανε, μας παρακάλεσε να μην της βγάλουμε από το λαιμό κάτι χαϊμαλιά που είχε και μας είπε στα τούρκικα «πενί ποορκενέ τσιτσιλεριμί τσικάρτμαγιν», δηλαδή όταν με πνίγεται να μη βγάλετε από το λαιμό μου τα χαϊμαλιά.




Αναμνήσεις από τας τελευταίας ημέρας της Σαντάς



Κατά το έτος 1921, το οποίον ήτο και το τελευταίον έτος της λειτουργίας του φροντιστηρίου Τραπεζούντος (όπως ελέγετο το γυμνάσιον Τραπεζούντος) μετά το πέρας των μαθημάτων, με τον συμμαθητή μου Λαζαρίδη Θεόδωρον μετέπειτα δικηγόρον Δράμας και τον εξάδελφό μου Ευριπίδη Χειμωνίδη τελειόφοιτον τότε του Γυμνασίου, ανεχωρήσαμεν, με ομάδες Σανταίων, οι οποίοι κατέβηκαν εις τραπεσούντα δια προμηθείας, δια θερινάς διακοπάς εις Σαντά.

Εξεκινήσαμεν, όπως εγένετο δια την διαδρομήν αυτήν, λίαν πρωί και κατά τας απογευματινές ώρας της ίδιας ημέρας, εφτάσαμεν μέσον Όλασας εις το υπερκειμενον του βουνού σπήλαιον όπου και διενυκτερεύσαμεν. Ο καιρός , όπως πάντα κατά την εποχή εκείνη, ήτο ομιχλώδης και βροχερός. 

Την επόμενη και πάλιν, λίαν πρωί εξεκινήσαμεν και το απόγευμα εφθάσαμεν εις Σαντά, η οποία κατά την περίοδον εκείνη ήτο αραιοκατοικημένη.

Η κατάστασις εις Σαντά, κατά την άφιξή μας δεν παρουσίαζεν τίποτα το ιδιαίτερον και καμμία ένδειξις δεν υπήρχε διά το τραγικό τέλος που επρόκειτο μετά δύο περίπου μήνας, από την άφιξή μας, να επέλθει.

Την 15ην Αυγούστου εορτήν της Μονής Σουμελά, όπως εγίνετο κάθε έτος, έγινεν και τότε εκδρομή δια την Μονήν, εις την οποίαν πήρα μέρος κι εγώ. Την μεθεπομένην επιστρέψαμεν και πάλιν εις Σαντά χωρίς τίποτε το ιδιαίτερον να παρουσιασθεί. Σημειώνω την εκδρομήν αυτήν διότι επρόκειτο να παίξη σημαντικόν ρόλον, δια την μετέπειτα τραγικήν μου ιστορίαν.

Τα πάντα εις Σαντά ήσαν ήρεμα, οπότε ένα βροχερόν απόγευμα των πρώτων ημερών του μηνός Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους έφτασεν εις το χωρίον εις Ισχανάντων τακτικός τουρκικός στρατός, το Χιουτεούμ -Ταμπουρι.

Κανείς βέβαια και πάλιν δεν εφαντάζετο τον σκοπό της αφίξεώς του και όλοι το απέδωσαν εις συνήθεις κατ' αραιά διαστήματα επισκέψεις τουρκικών αρχών δι' αναζήτησιν ανυπόταχτων Σαντέων. Πάντως οι εξ Ισχανάντων ένοπλοι Σανταίοι μετά των οικογενειών των την νύκτα της 8/9/1921 με όσα τρόφιμα ημπορούσαν να φέρουν μαζί τους, έφυγαν προς το μέγα σπήλαιον εις την βόρειαν περιοχήν της Σαντάς, όπου συνήθως κατέφευγαν μετά τας ενόπλους επιχειρήσεις των.

Ο πανικός μεταδόθηκε και εις τα γειτονικά χωριά Πινιατάντων και Τερζάντων, πολλοί κάτοχοι των οποίων την νύκτα έφυγανπρος το σπήλαιον, μεταξύ των οποίων κι εγώ κι ο Λαζαρίδης.

Όλοι ήσαν βέβαιοι ότι η περιπέτεια αυτή δεν θα ητο το μεγαλυτέρα των δύο έως τριών ημερών και τα τουρκικά στρατεύματα θα απεσύροντο και ημείς θα επέστρεφα- μεν και πάλι στα χωριά μας.

Η χωρητικότης του σπηλαίου ήτο μικρά και την κατέλαβον οι προνομιούχοι των ενόπλων οικογένειαι, όλοι δε οι άλλοι, ως κι εγώ κατέφυγαμεν και παρέμειναμεν κάτω από τα γειτονικά έλατα διά να προφυλαχθούμεν από την βροχήν. 

Την επόμενην 9/9/1921 επειδή διεδόθη από άλλους που ήλθαν ως φυγάδες από τα χωριά ότι επέκειτο επίθεσις των τουρκικών στρατευμάτων κατά των εις το σπήλαιον αθροισθεντων ενόπλων, των οποίων τον αριθμόν εφαντάζοντο μεγάλον και στρατιωτικώς διοργανωμένων, περί τα δεκαπέντε γυναικόπαιδα μεταξύ των οποίων κι εγώ, με την μακαρίτισσαν μητέρα μου, απεφασίσαμεν να επιστρέψωμεν εις τα χωριά μας. 

Μαζί μας ευρέθηκαι μία νεαρά με ένα βρέφος εις την αγκαλιά της, της οποίας δεν εγνώριζα ούτε την προέλευσιν, ούτε το όνομα. Φαίνεται ότι ήτο απο τους δια παραθερισμόν κατ έτος εις Σαντά αφικνούμενους από την περιοχή Σουρμένων, Σανταιων.

Ο Λαζαρίδης παρέμεινεν με τους υπολοίπους εις την περιοχήν του σπηλαίου ο δε Χειμωνίδης εις το χωρίον Κοσλαράντων, και η ηκολούθησεν την τύχην των εξορίσθεντων ν εις την περιοχήν Ερζερούμ και Χούνουζ.

Όταν επλησιάσαμεν εις το χωρίον μας, ανταμώσαμεν μερικούς άνδρας φεύγοντας προς την κατεύθυνσιν μας και μας επληροφόρησαν ότι εξεκενωθησαν τα χωριά, κι όλους τους κατοίκους συνεκέντρωσεν ο στρατός εις το χωρίον Πιστοφάντων, το οποίο ήτο και το πλέον ακραίον χωρίον και το ευρισκόμενον εις την αντίθετον πλευρά του σπηλαίου προς Νότον.

Τότε προσετέθησαν εις την ομάδα μας κι αυτοί και όλοι μαζί αλλάζαμε πορείαν,κατέβημεν εις τον ποταμόν περάσαμεν αυτόν και καταφύγαμεν εις ένα μικρόν σπήλαιον άνωθεν του μύλου Γιαμάκ όπου και διενυκτερεύσαμεν.

Εννοείται ότι όλοι οι πορεία αυτή εγίνετο μόλις άρχισεν να νυκτώνει και από κανέναν δεν εγένετο αντιληπτή. Μεταξύ μας ευρέθη και ο ιδιοκτήτης του Μύλου Γιαμάκ Χαράλαμπος. Το σημείο της διανυκτερεύσεως μας ευρίσκετο εις το βάθος μικρής χαράδρας και ως εκ τούτου τα χωρία ήσαν αθέατα και δεν ημπορούσαμεν να βλέπωμεν την επομένη, τι συνέβαινεν εις τα χωριά κι αν η συγκέντρωσις των κατοίκων εσυνεχίζετο ή διεκόπη και τι έγινεν με τους ες Πιστοφάντων συγκεντρωθέντας κατοίκους.

Την επομένην πρωϊαν, εν όλω δεκαεννέα άτομα με το βρέφος της νεαράς μητέρας, εξεκινήσαμνε διά μέσου του δάσους και βαδίζοντες προς βορράν εφθάσαμεν εις την περιοχήν κάτωθεν του παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου, όπου ολίγον μακρύτερα από έναν ρυάκιον, το οποίο έλεγον ότι το βαθύν τ'ορμίν, εγκατεστάθημεν κάτω από τα έλατα.

Η ορατότης από εκεί ήταν κάπως καλή προς την απέναντι πλευρά όπου ητο το σπήλαιον. Αλλά και πάλιν τα χωριά ήσαν αθέατα, απλώς μας προκάλεσεν εντύπωσιν το γεγονός, ότι αντικρίζαμεν ζεύγος αγελάδων αι οποίαι αδέσποται έβοσκον εις το ξέφωτο του Αγίου Ιωάννου.

Φαίνεται ότι με την φυγήν από τα χωριά, μερικοί από το χωριό Ζουρνατσάντων, επειδή το χωρίον των δεν εγειτνίαζεν με την περιοχή του σπηλαίου, αλλά με την απέναντι πλευράν όπου είχαμε καταφύγει ημείς, κατέφυγαν και εγκατεστάθηκαν εις την ίδιαν περιοχήν με μας, χωρίς βέβαια να γνωρίζη η ιδική μας ομάδα την ιδικήν των, ενώ αυτοί παρ ότι μας αντελήφθησαν δε μας έδωσαν σημεία παραμονής των. 

Από το χωρίον Πιστοφάντων, το οποίον ήτο τελείως απομονωμένον από τα άλλα, και αρκετά μακριά του δάσους, διαφυγή δεν εγένετο και όλοι οι κάτοικοι παρέμεναν εις τας οικίας των και ηκολούθησαν την οδό της εξορίας.

Την επομένην 11/9/1921 κατά την μεσημβρίαν ήρχισεν η του τακτικού στρατού επίθεσις κατά της περιοχής του σπηλαίου με σαλπιγγας, μυδραλλιοβόλα και ένα ορεινό πυροβόλο. Ηι επίθεσις επανελήφθη και την επομένην καλώς μελετημένη και εντός ολίγου χρόνου οι Τούρκοι έφτασαν εις την περιοχήν του σπηλαίου.

Oι ένοπλοι Σανταίοι εγκατέληψαν την περιοχή και εξηφανίσθησαν και επειδή τα βρέφη που είχαν μαζι τους, εφτά περίπου τον αριθμόν, υπήρχεν κίνδυνος με τα κλάματά τους να προδώσουν την παρουσία τους, τα έσφαξαν. 

Λέγεται δε ότι μόλις ο επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων αντίκρυσεν το θέαμα των σφαγμένων παιδιών, διέταξε τους στρατιώτα, να τους εγκαταλείψουν και να επιστρέψουν διοτι είπεν αυτοί δεν έχουν, ούτε την πίστιν, ούτε θεόν.

Με το σκότος που ήλθεν η επίθεσις ετερματίσθη και δεν επανελήφθη, την επομένη της πρώτης επιθέσεως οι Τούρκοι των γειτονικών χωρίων, ειδοποιηθέντες, ήρχισαν κατά ομάδας να φτάνουν εις τα χωριά και να τα λεηλατούν. Το θέαμα αυτών εν μέρει μας ητο ορατόν από τον δρόμον, ο οποίος ήτο τελείως απέναντί μας και οδηγεί εις τα προς βορράν τουρκικά χωριά.

Και πάλιν διά τα χωριά μας τίποτε δεν εγνωριζαμεν, διότι από την θέσιν μας ως αναφέρω δεν ήσαν ορατά. Επίσης ήσαν αθέατοι και οι των ανατολικών περιοχών Τούρκοι που έφθασαν δια λεηλασίαν, κυρίως δια το χωριόν Ζουρνατσαντων, διότι ο δρόμος τον οποίον ηκολούθουν ήτο επί της ίδιας πλαγιάς όπου ευρισκόμεθα ημείς και κάτωθεν αυτής και ως εκ της δασώδους περιοχής ήσαν αθέατοι. Εις τα καθ' ημάς και πάλιν.

Δεν ξεύρω ποίες, αλλά μερικές από τις γυναίκες που ήσαν μαζί μας έφεραν μαζί τους ολίγον άλευρον και έναν χάλκινον σκεύος με βαθύ καπάκι,αυτά εστάθησαν σωτήρια δι'ολους,αλλά και μοιραία δια την έκβασιν της περιπέτειας μας. 

Μερικοί άντρες εις μυστικάς συζητήσεις των ανεζήτουν τρόπον να απαλλαγούν από τα γυναικόπαιδα και να καταφύγουν προς την Παναγία Σουμελά, διότι άλλη σωτηρία οδός δεν υπήρχεν και να απομακρυνθούν από την περιοχήν της Σαντάς, τα δε γυναικόπαιδα τους εγίνοντο βάρος δια την μετακίνησιν των. Εν τω μεταξύ ανέλαβον οι άντρες να κατεβούνε εις το βάθος του ρυακίου δια να ψήσουν τον χυλόν, με το αλεύρι που είχαμεν και αφού επί τόπου με το καπάκι έτρωγαν οι ίδιοι την μερίδα του λέοντος, έφερον το υπόλοιπον προς διανομήν εις τα ανωθεν του ρυακίου αναμένοντα γυναικόπαιδα. 

Και δια μεν τα γυναικόπαιδα παρά την αντίθετην των διάθεσιν των η ανοχή των ήτο υποχρεωτική, διότι αυτά είχον το ολίγο αλεύρι και το σκεύος, αλλά τους εγινε εφιάλτης το κλάμα του μωρού, διότι εφοβούντο μήπως με αυτό γίνει αντιληπτή η παρουσία μας εις τους διερχόμενους προς λεηλασίαν Τούρκους, και απαίτησαν από την μητέραν του ή να το πάρει και να απομακρυνθή απο τους αλλους,ή να το πετάξει εις μιαν μικράν λίμνην που ολίγον παρακάτω εσχηματιζεν ρυάκιον.

Τοση δε επιμονή και αγρία ήτο η απαίτησις των,ώστε ηναγκάσθη μόνη της να απομακρυνθεί από τον όμιλό μας και να το πετάξει εις την μικράν λόμνην και να επανέλθη ικανοποιημένη, διότι εξησφάλισεν την ιδικήν της διάσωσιν και την ικανοποίησιν των αντρών ότι έτσι διέφυγον τον κίνδυνον να γίνουν αντιληπτοί.

Βεβαίως παρ όλα αυτά θα εγκατέλειπον όλους και θα έφευγον προς την περιοχή της Μονής αν εγνώριζαν τον δρόμον, τον οποίον εγώ τους είπα ότι εγνώριζον από την πρόσφατον η επίσκεψίν μου εις αυτήν την 15ην Αυγούστου.

Την τρίτην ημέραν της διαμονής μας την πρωϊαν της 13/9/1921 ως συνήθως κατήλθεν ο όμιλος των ανδρών μεταξύ αυτών κι εγώ, εκ παιδικής περιεργείας, εις το βάθος του ρυακίου, άναψαν φωτιά και άρχισαν να παρασκευάζουν τον χυλόν.

Δύο εξ αυτών ο Γιαμάκ Χαράλαμπος εξ Ισχανάντων και ο Χρύσανθος Τεριάς εκ Πινιατάντων, απεφάσισαν εως ότου ετοιμασθή ο χυλός,να φθάσουν διά μέσου του δάσους, εις την έναντι των επί της Δυτικής πλευράς χωρίων περιοχήν, διά να ιδουν τι γίνεται ,μεταξύ αυτών πήγα κι εγώ.

Δεν είχαμε απομακρυνθεί περί τα εκατό μέτρα από το σημείο όπου εψήνετο ο χυλός, οπότε φαίνεται ότι από την προηγούμενην ημέραν, Τούρκοι ένοπλοι αντελήφθησαν την παρουσία μας από τον καπνό της φωτιάς που ανάβαμεν, διά την παρασκευήν του χοιλού, βαδίζοντες κατά μήκος του ρυακίου αρχισαν να πυροβολούν εναντίον αυτών που παρέμειναν εκεί και συγχρόνως έρριξαν και μια χειροβομβίδα, ως συνεπέρενα απο τον κρότον και με φωνές Κορκμαϊνούν( μη φοβάστε) τους συνέλαβον και τους εξετέλεσαν επί τόπου τον ένα μάλιστα άγνωστο διατί( ίσως τον παρομοίασαν με κάποιον γνωστό) δια σφαγής, όπως διαπίστωσαν την επόμενην οι υπεράνω καταφυφυγόντες κάτοικοι εκ Ζουρνατσάντων.

Κατά την επίθεση αυτήν τα γυναικόπαιδα που ευρίσκοντο κάπως μακριά από το ρυάκιον, και τα οποία δεν εγένοντο αντιληπτά από τους Τούρκους ετράπησαν προς βορράν και έπεσαν εις τον καταυλισμόν των εκ Ζουρνατσάντων και με την βοήθειαν αυτών αφού εξεκκενώθη η Σαντά από τον στρατόν και τους Τούρκους τσετέδες,τμηματικώς μετεφέρθησαν εις τα περί την Τραπεζούντα Ελληνικά χωριά και εκείθεν εις Τραπεζούντα. 

Δύο εκ των γυναικών, η Γραμματικοπούλου Ελένη έκ Τερζάντων και η Ελένη Τεριά σύζυγος Χρυσάνθου εκ Πινιατάντων, φεύγουσαι πήραν κατεύθυνσιν προς την παραποτάμιον περιοχή, περιεπλανήθησαν εις τα περί το χωρίον Τερζάντων δάση, ετρέφοντο με λαχανίδας και πατάτας, τας οποίας επρομηθεύοντο την νύκτα από τους κήπους, μέχρι της 19/11/1921, οπότε τους συνάντησαν τυχαίως ένοπλοι Σανταίοι, με την βοήθειαν των οποίων έφτασαν εις Τραπεζούντα.

Ημείς οι τρείς ετραπημεν διά μέσου του δάσους προς Νότον, χωρίς να γινόμεθα αντιληπτοί από τους Τούρκους, προς την διεύθυσιν των χωριών μας. Μπροστά βέβαια έτρεχαεγώ ως παιδί και πλέον δειλός, δεν είχα το θάρρος και την περιέργειαν, να βλέπω αν οι άλλοι ακολουθούν τον ίδιον δρόμον της φυγής μου και έτσι απεμακρυνθην από αυτούς αρκετά και όταν έφτασα εις το άκρον του δάσους εις ξέφωτον και αι φωναί και οι πυροβολισμοί έπαυσαν, εγύρισα να ιδώ που είναι οι άλλοι.

Αυτοί όμως εκρύφθησαν, σε κάτι θάμνους και παρά τον κίνδυνοε τον οποίον ως παιδί δεν αντελαμβανόμην ,ήρχισα χαμηλοφώνως να τους καλώ με τα ονόματα τους, καμμίαν απάντησιν δεν ελάμβανον, αν και ως εκ των υστέρων εξηκρίβωσα ενώ με άκουον δεν απαντούσαν, διότι εφοβούντο μήπως με συνέλαβον οι Τούρκοι και με υποχρέωσαν να τους φωνάξω δια να συλλάβουν και αυτούς.

Τέλος όταν απογοητεύθην και συγχρόνως με κατέλαβεν και ακατανίκητη νύστα και παρ' ότι η περιοχή αυτή εφημίζετο δια την παρουσίαν λύκων, εδέθηκα με ένα σάλι που έφερα εις την πλάτην μου,εις τον κορμό ενός δέντρου, διά να μην κοιμισμένος όπως ήμουν κατρακυλίσω λόγω του κατωφερούς του τοπίου και ευρεθώ επάνω εις το μονοπάτι που υπήρχεν ολίγον κάτω της θέσης μου και πέσω εις τας χείρας διερχομένων Τούρκων, κατελήφθην υπο τον ύπνον δεν ξεύρω επι πόσην ωραν, οπότε εξύπνησα από κάποιον θόρυβο τον οποίον έκαμνον τα κλαδιά των θάμνων από διερχόμενον άνθρωπον ή και ζώον, αμέσως αρχισα να τρέχω προς την κατευθυνσιν του θορύβου οποίος απεμακρύνετο, συγχρόνως άρχισα να φωνάζω και πάλιν τα ονόματά τους οπότε έφτασα τον θόρυβον και αντίκρυσα τους δύο συντρόφους μου οι οποίοι έψαχνον να με βρούνε όχι από ανθρωπιστικά αισθήματα, αλλά διότι ήξευρον ότι τους ήμουν απαραίτητος οδηγός, δια την καταφυγήν μας εις την περιοχήν της Μονής Σουμελά.

Δια τον λόγον αυτόν μόλις παρήλθεν ο κίνδυνος βγήκαν από τον κρυψώνα τους και έψαχνον να με βρούμε και έτσι εγλύτωσα από βέβαιο θάνατο που θα με εύρισκεν από τους Τούρκους την επομένη.

Απο εκεί άρχισεν η πορεία μας προς τη Δυτική κορυφογραμμή της περιοχής Καζουκλή. Εβαδιζαμεν και οι τρεις χέρι με χέρι δια να μην απομακρυνθώμεν ο ένας από τον άλλον, αν ευρισκόμεθα αποτόμως μπροστά σε κάποιον κίνδυνον, αλλά να τρέξωμεν και οι τρείς κατά την ίδια κατεύθυνσιν. Έτσι εφτάσαμεν παραποταμίως εις το παρεκκλήσιον της Αγίας Κυριακής όπου και πέρασαμε το ποτάμι.

Βέβαια όλη αυτή η διαδρομή εγίνετο νύχτα. Εγώ μόλις πέρασαμε το ποτάμι, επειδή τα εφθαρμένα υποδήματα μου εγλυστρούσαν όπως ήσαν βρεγμένα, εις την τελειως ανηφορικήν περιοχήν την οποίαν ακολουθήσαμε, τα πέταξα και άρχισα να βαδίζω ξυπόλητος.Τότε αντικρύσαμε τον τραγικόν Πανόραμα όλων των αμφιθετρικώς κειμένων σπιτιών των χωρίων Κοσλαράντων,Τερζάντων,Πινιατάντων,Ισχανάντων και των απέναντι Ζουρνατσάντων να καίωνται και ταπαράθυρα να φαίνωνται ως πανηγυρικώς φωτισμένα και τούτο διότι ως εκ της αθροίσεως των ξηρών εις τους αχυρώναν,η πυρκαϊα αυτών ή απο τον τουρκικό στρατό ή από τους περιοικους προς λεηλασίαν αθροισθέντας Τούρκους ητο ευκολωτάτη.

Από το απέναντι μας χωρίο Ζουρνατσάντων ηκούοντο Τουρκικαί φωναί, ίσως από αυτούς που διανυκτέρευσαν εκεί διά να συνεχίσουν την λεηλασίαν των , ή από την χαράν , ή τον φόβον των μήπως επιστρέψουν ένοπλοι από τους διασκορπισθέντες εις τα δάση Σανταίους και διότι ο τουρκικός στρατός με τους κατοίκους εγκατέλειψαν τη Σαντά και κατευθύνθησαν προς την Αργυρούπολη και απόλυτον ασφάλειαν δεν ησθάνοντο.

Επειδή το χωρίον Πιστοφάντων και πάλιν ήτο αθέατον από την θέση μας, επλησιάσαμεν,δια να ειδωμεν τι γίνεται εκεί με τους με τους συγκεντρωθέντας κατοίκους και μόλις διεπιστώσαμεν ότι και αυτό είχεν την ίδιαν τύχην με τα άλλα χωριά και εκαίετο,δεν μας έμενεν πλέον καμμία σανίς σωτηρίας παρα ή προς την Μονή Σουμελά πορεία μας.

Ανηφορίζοντες από την θέσιν Κατσιά εφθάσαμεν μακράν των χωρίων εις την κορυφογραμμήν της δυτικής οροσειράς Καζουκλή. Ο καιρός ήταν διαυγής, Πανσέληνος εφώτιζε τα πάντα και ο ολόκληρος η περιοχή ως εκ της εποχής ήτο κεκαλυμμένη από πάχνην, η οποία με προκάλεσαν την επομένην ένα είδος ελαφρού κρυοπαγήματος, εις τα πέλματα αμφοτέρων των ποδιών μου.

Από του Καζουκλή επειδή χαραγμένος δρόμος δεν υπήρχε και η συχνή ομίχλη εγίνετο πολλές φορέςη αιτία να χάσει κανείς τον προσανατολισμό του, δι αυτό από εκεί μέχρι του πρώτου παρχαριου Κοβλακά, υπήρχον τοποθετημένες μεγάλες πέτρες εις κανονικήν απόστασιν η μια απο την αλλην, που έδειχναν την σωστήν πορείαν.

Τις πέτρες αυτές ετοποθέτησεν ο εκ Πινιατάντων Κωφίδης και ήσαν γνωστές ως ως τα σύνορα τη Κωφίδη. Αυτές ακολουθήσαμεν και ασφαλώς απεμακρύνθημεν από την περιοχή της Σαντάς.Απο του Κοβλακά εφθάσαμεν εις άλλο παρχάρι,που νομίζω οτι ελέγετο το Μονενέν.

Το παρχάρι αυτό παρ' ότι απείχε πολύ από τη Λιβεράν είχεν χορηγηθή εις αυτήν διά σουλτανικού φιρμανίου, με την μεσολάβησιν της Ελληνίδας συζύγου ενός σουλτάνου, της Μαρίας της Λιβεραίας, γνωστή ως Γκιούλ Μπαχάρ( εαρινού ρόδου). 

Η πορεία μας ήτο εύκολη ως εκ της πανσελήνου, αλλά και ο κίνδυνος μεγαλύτερος διότι η περιοχή ιδίως Καζουκλή Κοβλακά διεσχίζετο από τα τουρκικά ποίμνια, τα οποία κατά την εποχήν εκείνην διεκινούντομπρος χαμηλότερα και πλέον υπήνεμα μέρη.

Καθ'όλην αυτήν την πορεία μας ηκούσθησαν μόνο πέντε διαδοχικοί πυροβολισμοί, άγνωστον από ποίαν περιοχήν και που μετέβαλον την πορείαν μας σε αγώνα δρόμου. Κατά τα ξημερώματα της 14/9/1921 αντικρύσαμε τη Μονή Σουμελά, από την οποίαν απείχομεν περίπου ήμισυ τις ώρας δρόμον και έτσι με την Ανατολή του ήλιου χτυπησαμε την πόρτα της Μονής. 

Αμέσως κάποιος μοναχός, ο οποίος εξετέλη χρέη θυρωρού γνωστός του πατρός μου ο οποίος εφημέρευεν τον καιρόν εκείνον εις το εν τραπεζούντι Μετόχιον της Μονής, μας άνοιξεν και μας είπεν ότι το μοναστήρι είχε καταληφθεί από το στρατό που ήλθεν από την Σαντά ( βεβαίως αυτό δεν ήτο αληθές, εγένετο δε μονον από φόβον μήπως έφθαναν και άλλοι φυγάδες μετά την καταστροφήν της Σαντάς την οποίαν επληροφορήθησαν) και μας εφοδίασεν με ένα καρβέλι και ολίγοις ελιές, και μας συνεβούλευσεν να απομακρυνώμεν της περιοχής, πράγμα που εξετελέσαμεν αμέσως.

Μετά την απομάκρυνση μας από τη μονή περί τα 200 μέτρα και εξαπλώσαμεν εις ένα ευήλιον μέρος διά να αναπαυθώμεν. Εγώ ήτο αδύνατον να βαδίσω, διότι είχον πρισθή τα πέλματα των ποδιών μου και όταν εδοκίμαζα να βαδίσω είχαν την εντύπωσιν ότι πατούσα επάνω σε καρφιά. 

Δεν πέρασε παρά ολίγος καιρός και από την απέναντι πλευρά ηκούσθησαν φωνές Ελλήνων και σφυρίγματα και εφάνησαν κάπου δέκα άντδρες, μεταξύ των οποίων και ο φίλος μου ο Λαζαρίδης οι οποίοι από την περιοχή του σπηλαίου μετά την επίθεση των τουρκικών στρατευμάτων κατέφυγον και αυτοί προς την περιοχή της μονής.

Και αυτοί ως ήτο επόμενον Πήραν από τον εκτελούντα χρέη θυρωρού μοναχόν την ίδια απάντησιν. Μετά την πληροφορία που έλαβον ότι ήτο αδύνατος η παραμονή τους, διότι το μοναστήρι εφιλοξένει το Χιουτεούμ-Ταμπουρί, απεφάσισαν να επιστρέψουν και πάλι στη Σαντά.

Μετ αυτών επέστρεψαν και οι Γιαμάκ Χαράλαμπος και Τεριάς Χρύσανθος, οι οποίοι αντάμωσαν εις τα δάση τους διαφυγόντας ένοπλους Σανταίους και με τη βοήθεια αυτών τμηματικώς έφτασαν τις Τραπεζούντα.

Εγώ ήτο αδύνατον να βαδίσω και παρέμεινα περί την Μονήν. Μαζί μου παρεμεινεν και ο Λαζαρίδης Θεόδωρος δια να μη μείνω μόνος. Από εκεί εγώ σερνόμενος πότε επί της λεκάνης και πότε φορτωμένο στην πλάτη Λαζαρίδη εφτασαμεν κατά μήκος της χαράδρας της Μονής, εις το Ελληνικόν χωρίον Σκαλίτα και εζητήσαμνε φιλοξενίαν από το Μετόχιον του Αγίου Κωσταντίνου το οποίον εξεμεταλεύετο με την οικογένειά τηςχήρας αδελφής του, ο ιερομόναχος Δοσίθεος, η οποία και μας εδόθη προθύμως.

Μετά παραμονή μας μιας εβδομάδας αντελήφθημεν ότι η παραμονή μας κατέστη κάπως βαρετή εις τους φιλοξενουντας μας και επειδή τα πόδια μου δεν μεενοχλούσαν πλέον, απεφασίσαμεν να αναχωρήσωμεν δια Λιβεράν. Διανυκτέρευσαμεν την νύκταν εις έναν αχερώνα του ελληνικού χωριού Αγουρζεμών, και την επομένην εφθασαμεν εις Λιβερά όπου εφιλοξενήθημεν εις οικίαν εκ Σαντάς γραμματέως της Μητροπόλεως Ροδοπόλεως Ζαχαρία Γιαμάκ.

Μετά μια εβδομάδα από εκεί με μια άμαξα ενός Τούρκου εφθάσαμεν εις Τραπεζούντα, όπου επεκράτη ησυχία, διότι η ανταλλαγή δεν ήρχισεν ακόμα και όπου διεμενεν μονίμως ο πατήρ Αγαθάγγελος, μετά του μικρότερου αδελφού Ευσταθίου, γιατρού τώρα μονίμως διαμένοντος της Γαλλίας. 

Έτσι έληξεν η εικοαήμερος περίπου περιπέτεια μου. 



Ανδρέας Σπυράντης
(Ιατρός) 1990






ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΕΡΟΙΑ

Το επόμενο ντοκουμέντο, ιστορικά τεκμηριωμένο από ανθρώπους που ήσαν παρόντες, περιγράφει την τύχη που είχαν τα μέλη μιας συγκεκριμένης οικογένειας απο την Ριζούντα του Πόντου.
Η καταγραφή έγινε από την φοιτήτρια του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης Όλγα Ντέλλα,το Μάρτη του 1992, στην Αθήνα στο σπίτι του πρόσφυγα Θεόδωρου Κωσταντινίδη:
"Μια γυναίκα από τη Ριζούντα του Πόντου, που τον άνδρα της τον σκότωσαν οι Τούρκοι, εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό καταυλισμό της Δράμας. Είχε τρία παιδιά δύο αγόρια κι ένα κορίτσι. Το κορίτσι ήταν μαζί της στη Δράμα, τα αγόρια όμως δεν ήξερε τι είχαν απογίνει. Πέρασαν αρκετά χρόνια...
".... Στη Δράμα, όπου είχε εγκατασταθεί, δεν είχε τα απαραίτητα για να ζήσει και γι αυτό αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο της, μήπως κατορθώσει και πάρει μαζί της ένα δοχείο χρυσές λίρες κι άλλα κοσμήματα, που έχει κρύψει ο άντρας της στο φούρνο του σπιτιού τους. Πραγματικά μια μέρα έφτασε στη Ριζούντα. Στάθηκε στη γνώριμη βρύση. Απέναντι ήταν το σπίτι της. 
Ρώτησε μια Τουρκάλα,ποιος ήταν ο καινούργιος σπιτονοικοκύρης. Ήταν ένας συνταγματάρχης του τουρκικού στρατού. Η γυναίκα είδε οτι ο φούρνος δεν είχε γκρεμιστεί, όμως δίσταζε να πλησιάσει το παλιό της σπίτι, επειδή ο ένοικος ήταν τόσο ισχυρός. 
Όταν η Τουρκάλα έμαθε οτι το σπίτι ήταν δικό της, δεν την άφησε να φύγει, αλλά την προέτρεψε εντονα να πάει εκεί. Πραγματικά η γυναίκα χτύπησε την πόρτα και της άνοιξε η σύζυγός του συνταγματάρχη. Της είπε τότε οτι το σπίτι ήταν το πατρικό της. Η γυναίκα την παρακάλεσε να παραμείνει μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της.
Έτσι έγινε και το μεσημέρι, όταν φάνηκε ο συνταγματάρχης του διηγηθηκε η Ελληνίδα την ιστορία της. 
Ο Τούρκος συνταγματάρχης την προσκάλεσε να παραμείνει μαζί τους όσο καιρό θα επιθυμούσε, εφόσον το σπίτι ήταν δικό της. Η φτωχή γυναίκα κάθισε στο σπιτικό της μια βδομάδα. Σ' αυτό το διάστημα διαπίστωσε ότι ο συνταγματάρχης ήταν καλος άνθρωπος. Έτσι σκέφτηκε να του ζητήσει να ερευνήσει για τα δύο αγνοούμενα παιδιά της.
Ο συνταγματάρχης χάρη στη θέση του κατόρθωσε να ανακαλύψει οτι το ένα της παιδί είχε σκοτωθεί, ενώ το άλλο συνέχιζε να αγνοείται. Τότε η γυναίκα αναλογιζόμενη τη φτώχεια της, αποφάσισε να του πει για τις κρυμμένες χρυσές λίρες, αφού έτσι και αλλιώς ήταν χαμένες. Του εξήγησε μάλιστα, ότι είχε μια κόρη να παντρέψει και του υποσχέθηκε ότι τα μισά θα ήταν δικά του.
Ψάξανε λοιπόν και οι δυο στο φούρνο και βρήκανε όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που ήταν κρυμμένα. Έγινε η μοιρασιά και το μόνο πρόβλημα ήταν ο τρόπος με τον οποίον η γυναίκα θα έβγαινε από τα σύνορα .Ο συνταγματάρχης την καθησύχασε, υποσχόμενος ότι θα τη συνόδευε εκείνος.
Την ημέρα που θα έφευγε, είδε ένα φορτηγό γεμάτο με δέκα μπαουλα. Η γυναίκα απόρησε, ο Τούρκος όμως της απάντησε:"aυτά είναι δώρο για την κόρη σου. Αυτό το σπίτι ήταν δικό σου κι εγώ τώρα με αυτά το ξεχρέωσα".
Έφτασε η γυναίκα στη Δράμα, αφηγήθηκε τι της συνέβη, μα η γειτονιά δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Γέμισε το σπίτι με κόσμο, που μαζεύτηκε να δει την προίκα της κόρης. Ανοιγαν τα μπαούλα και ξάφνου σ' ένα από αυτά βρήκαν τη φωτογραφία του συνταγματάρχη με τη γυναίκα του. Τη ρώτησαν αν αυτός ήταν ο Τούρκος που 'χε γνωρίσει. Πραγματικά ήταν ο ίδιος. Γύρισαν τη φωτογραφία και εγραφε:
Αγαπητή μου μου μητέρα, εγώ είμαι ο γιος σου,ο οποίος σώθηκα αλλά δεν μπορούσα να σου το πώ. Οτι θέλεις εσύ και η αδελφή μου είμαι στη διάθεσή σου είμαι κοντά σας..". .

Βέροια 1996

Από το βιβλίο:"Γ' Πανελλήνιο συνέδριο Εθνικής Αυτογνωσίας".

MAΡΤΥΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΦΡΑΙΜΙΔΗ



" Ήτο η 25 Ιανουαρίου του 1918 και ώρα 10.30 π.μ.,λεει ο Ευφραιμiδης. Αλησμόνητη θα μου μείνει η ημέρα αυτή.Ο ουρανός ήταν κατακάθαρος, χιονισμένα τα πάντα, γαλήνη και ησυχία βασίλευε στο χωριό των Ισχανάντων. Ξαφνικά ηκούσθησαν οι πρώτοι πυροβολισμοί προερχόμενοι από το βάθος ,όπου βρισκόταν ο ποταμός.
Το χωριό ανεστατώθη και οι κάτοικοι ρωτούσαν τι συμβαίνει και συνεκεντρούντο στο καφενείο του χωριού. Οι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν. Χωρίς να χάσω λεπτό και κατά καθήκον, εφ'οσον ήμουν οργανωμένος εις την άμυναν, μπήκα σ'ένα γειτονικό σπίτι, ξεκρέμασα το μαλινχερ,το πήρα κι έφυγα προς την διεύθυνση του χωριού Τερζάντων, όπου και η έδρα του γενικού οπλαρχηγού Γιάννη Σπαθάρου.
Εκεί συνήντησα επάνω στον δημόσιο δρόμο τον οπλαρχηγό Θεοδόσιο Χειμωνίδη με τον Γιάννη Τριανταφυλλίδη εκ των Πινατάντων και αλλά δυο παλικάρια εκ του Τερζάντων,που συζητούσαν πως πρέπει να αντιμετωπισθή η εκδηλωθείσα επίθεσις των Τούρκων.
Χωρίς πολλάς συζητήσεις μαζί με τον Σπάθαρο και τους άλλους εφύγαμε γραμμή για το Φτελέν και σε χρονικό διάστημα μιας ώρας -ρεκόρ ταχύτητος-ευρέθημεν αντιμέτωποι των Τούρκων. Απο το Φτελέν ενισχύθημεν και με τρία άλλα παλληκάρια και εν όλω 8 πήραμε μέρος εις την μάχη. Οι Τούρκοι μόλις αντελήφθησαν την άφιξιν μας από τους πυροβολισμούς, ήρχισαν γρήγορα να οπισθοχωρούν συναποκομίζοντες και τα λεηλατηθέντα και κατευθύνονταν ταχέως προς την μεγάλη γέφυρα του ποταμού Γιάμπολη.

Εκεί εστράφησαν τα πυρά μας και εκεί υπήρξεν ο τάφος των εισβολέων. Εφονεύθησαν το όλον 14 Τούρκοι και αρκετοί ετραυματίσθησαν. Μετά την εκδίωξιν των Τούρκων εκ των Κοπαλάντων,διαταγή του οπλαρχηγού, εστράφησαν τα πυρά μας εναντίον των δυο χωρίων Αγρίδ και Ισχάν, και από τις σφαίρες μας μετεβλήθησαν σε κόσκινα τα ξύλινα σπίτια των Τούρκων και οι κάτοικοι διεσκορπισθησαν".



Το κείμενο παρατίθεται όπως δημοσιεύθηκε στην "Ποντιακή Εστία"

Πηγή:santeos






ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΣΑΝΤΑ

Μαρτυρία Μάγδας Καπαμά 



'Σα χίλα εννακόσια και σα είκοσι έναν 'σα στράτας απαγκέσ'εκξαν το Σαντέτ'κον το αίμαν.Τα εξ χωρία εμάζεψαν έγκαν σοι Πιστοφάντων και το βίον ελάλεσαν και έγκαν σοι Γλιτσάντων.
Πρώτη φοράν εξόρτσανε τα εξ χωρίαν μίαν και ύστερα τοι Πιστοφάντ'ς...Ο λαός εμουρδούλιζεν ση Κρωμή τα ραχία κ'επεχωρίεν εκαίκα,μάννα ας σα παιδία.
Κι όνταν έγκαν εμάς ση Κρώμ',σο Καν' είπαν θα πάτε, εκεί θα τελείται η κρισ', θα τερούν' ντο θα φτάτε.
Εσέγκαν εμάς σην σειράν και από δύο-δύο, ερχίνεσαν γιαγμαλαεύν' τ' εμέτερον το βίον. Αρ' ατότες εγροίκ'σαμε ντο πάμε εξορίαν.. ντο είχαμεε εινός μηνού εμείς οδοιπορίαν.Το χίλια εννιακόσια έτος είκοσι έναν πάνω στους δρόμους έτρεχε το Σαντέϊκο το αίμα.
Τα έξι χωριά μάζεψαν μέσα στο Πιστοφάντων. Τα ζώα όλα τα πήραν και τα πήγαν στο Γλιτσάνων.
Πρώτη φορά εξόρισαν τα έξι χωριά μαζί και ύστερα τους Πιστοφανταίους.Ο λαός μοιρολογούσε στης Κρώμνης τα βουνά. Εκεί αποχωρίστηκε μάνα απ' τα παιδιά.Κι όταν στην Κρώμνη ήρθαμε, στο Καν' είπαν θα πατέ, εκεί θα σας δικάσουν θα δουν' τι θα σας κάνουν.

Μας έβαλαν στη σειρά και από δυο-δυο κι άρχισαν να κλέβουν το δικό μας βιος.

Τότε το καταλάβαμε πως πάμε εξορία.. πως θα είχαμε, οι άμοιροι, ένα μήνα οδοιπορία.


(απόσπασμα)




ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Χ.ΤΣΙΡΚΙΝΙΔΗ

"Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"




Ο Θείος του συγγραφέα Ευριπίδης, διηγείται:

¨Με πολλά βάσανα επιτέλους φτάσαμε στην Κερασούντα . Η πόλη ήταν γεμάτη από ρακένδυτους πρόσφυγες που έφυγαν από την τρομοκρατία των Τούρκων της υπαίθρου και συγκεντρώνονταν στις πόλεις. Εκεί, στην Κερασούντα, μας προειδοποίησαν οι συμπατριώτες μας ότι μαζεύουν όλους τους Έλληνες και τους μεν μεγάλους τους κλείνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να τους εξορίσουν κάθε φορά που συμπλήρωνε ο αριθμός των 250 ατόμων, τους δε μικρούς τους οδηγούν με μικρά καΐκια σ΄άγνωστα μέρη.
Στην εκκλησία δεν συμπληρώθηκε ποτέ ο αριθμός 250, γιατί εκεί χωρίς φαγητά , χωρίς νερό, μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες, σε λίγες μέρες πέθαιναν οι περισσότεροι. Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε εγώ και ο αδελφός μου να μεταφέρουν τα παιδιά λίγο παρά έξω από την Κερασούντα κι εκεί να τα παραδίδουν στους άγριους Τσέτες αντάρτες. Αυτοί τα άρπαζαν από τα πόδια και χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στα μεγάλα βράχια της ακτής , μέχρι να πεθάνουν.¨




ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΦΙΛΑΝΔΡΟΥ

8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1921



"Αι γραίαι και οι γέροντες διεσκορπίζοντο τότε εις τας ερήμους, όπου γυμνοί, άστεγοι και νήστεις σωρηδόν απέθνησκον. Αλλά και οσάκις την μακράν πεζοπορίαν διεδέχετο η διά του σιδηροδρόμου μεταβίβασις των ειλώτων, εξετυλίσσοντο σκηναί φρικτοτέρας τραγωδίας. Εσταμάτα το τραίνον μέσα εις την έρημον, διά να ριφθώσιν απροστάτευτα τα δυστυχή εκείνα πλάσματα εις την διάκρισιν των αγρίων θηρίων και των ανθρωπόμορφων θηρίων. Δυστυχής μητέρα, εστoιβαγμένη μετ' άλλων γυναικών εντός σκευοφόρου βαγονίου, βλέπουσα κινδυνεύον το τέκνο της από ασφυξίαν, ετόλμησε να ζητήσει βοήθεια. Παρευθύς Τούρκος χωροφύλαξ αρπάσας από την αγκάλην της μητρός το τέκνον της το εξεσφενδόνισεν εκ του παραθύρου εις το κενόν, ενώ το τραίνο εξηκολούθει τρέχον εις την απέραντην έρημον! Άλλαι μητέρες ευρέθησαν παγωμέναι εις τα χιονισμένα όρη με τα δυστυχή μικρά των κρεμασμένα από ξηρούς μαστούς!...".



ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΛΕΝΗΣ ΣΠΑΝΙΔΟΥ

Ταλαιπωρημένη, περιφρονημένη και ζητώντας συνεσταλμένα να τη βοηθήσουν, γύριζε για μερικούς μήνες από χωριό σε χωριό η εικοσιδυάχρονη, τότε η Ελένη Σπανίδου-Συμεωνίδου, μετά τον ξεριζωμό της από τα άγια χώματα της Σαμψούντας, όπου γεννήθηκε.
Κάποια μέρα έφτασε στο Νέο Πετρίτσι Σερρών, όπου βρήκε τη θαλπωρή και τη φροντίδα από τους κατοίκους. Όταν τη συναντήσαμε, το 1998, ήταν 111 χρονών και χαιρόταν τα 27 εγγόνια της, τα 47 δισέγγονα και τα 10 τρισέγγονα που της χάρισαν τα έξι παιδιά της και τη φρόντιζε η νύφη της, η Ελένη.
Ο μεγαλύτερος εγγονός της ο Γιώργος Τσακπακίδης ήταν εξήντα έξι χρόνων. Η υπεραιωνόβια Ελένη Σπανίδου-Συμεωνίδου έβγαινε στην αυλή, αυτοεξυπηρετιόταν, κινιόταν. Πότιζε η ίδια τον κήπο της με το λάστιχο και τραγουδούσε το:"Λάχανα, πουλί μ' λάχανα".
Ύστερα θυμάται ένα από τα παιδιά της, που του έλεγε να μείνει στο χωριό. Πήγε στην Αθήνα και πέθανε.
Η Ελένη Σπανίδου, που το πατρικό της επίθετο ήταν Συμεωνιδου, είχε γεννηθεί το 1887 στο ορεινό χωριό Ζουμπουγλού της Σαμψούντας, πρός την πλευρά της Οινόης. Η ταυτότητα της έγραφε ότι γεννήθηκε το 1890. Παντρεύτηκε δύο φορές, τη μια στην πατρίδα και μετά στο νέο Πετρίτσι.
Στην Ελλάδα ήλθε μέσω Ρουμανίας, από τα βουνά της Τσέρνας, όπου γεννήθηκε και ένα παιδί της το 1923, που παραλίγο να πεθάνει. Το έσωσε μια καλή νοσοκόμα. Ο σύζυγος της, που γενικά ήταν πολυ ταλαιπωρημένος, όταν το 1924 ηρθαν στο Χαμαγκιόϊ (Κορδελιό Θεσσαλονίκης), πέθανε κι αφησε χήρα τη νεαρή γυναίκα του, η οποία με το παιδί στην αγκαλιά, πήρε τους δρόμους, γυρνώντας από χωριό σε χωριό. Σταματούσε στα τσιφλικια, όπου μάζευε μπασάκια (τα σταχυα που έπεφταν στο χωράφι μετα τον θερισμο), τα καθάριζε, τα έκανε πληγούρι, για να φάει η ίδια και το παιδί της .
Κάποια μέρα βρέθηκε στον Νεο Πετρίτσι, όπου ζήτησε να τη βοηθήσουν να ταϊσει το παιδί της. Ήταν 22χρονών. Εκείνη την μέρα γινόταν γάμος στο χωριο. Τη ρώτησαν γιατί δε χορεύεις, όλοι χορεύουν. Εκείνη τους διηγήθηκε την ταλαιπωρία της. Οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι είναι καλός άνθρωπος και θέλησαν να τη βοηθήσουν. Την προξένησαν στον σαραντάρη χήρο Μιχάλη Σπανίδη, που είχε τρία παιδιά. Μαζί του έκανε άλλα τέσσερα. Η ίδια θυμόταν ότι ο παππάς που πήγε να βγάλει την άδεια γάμου, της είπε: "Παιδί μου, εσύ είσαι πολύ μικρή, πάς θα πάρεις τον Σπανίδη που έχει τα διπλάσια σου χρονια;". Εκείνη του είπε ότι θέλει να δουλέψει στα χωράφια ή όπου να είναι, για να ζήσει το παιδί της. "Ο Σπανίδης ήταν φτωχός, αλλά είχε το σπίτι, τη φωλιά να μείνω κάπου κι εγώ. Παρακαλούσα το Θεό να με βοηθήσει να μεγαλώσω τα παιδιά, που αποκτήσαμε μαζί αλλά και τα τρία δικά του. Και ο Θεός με βοήθησε και τα προστάτεψα και τα μεγαλωσα".
Πριν αρχίσει να περιγράφει άλλες λεπτομέρειες της ζωής της, η Ελένη Σπανίδου στάθηκε για λίγο συλλογισμένη. Έδειχνε ότι προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη της τα περασμένα και ίσως να συγκρατηθεί για να μην κλάψει. Η διήγηση της σκόρπια, παρά το γεγονός ότι ήταν πολύ καλά στο μυαλό:
"Βγήκαμε στη θάλασσα, στην άκρη λέει. Ήταν τότε που μας έδιωχναν απο την πατρίδα. Ήρθε το τουρκικό πλοίο.Απο δυο-δυο εμείς τα κοριτσια, μαζί με τις γυναίκες, μπήκαμε μέσα. Μας κυνηγούσαν, δεν είχαμε να φάμε. Κρυβόμασταν. Πήγαμε μια μέρα να βρούμε κάτι να φάμε απο εναν κήπο και ήρθε ο νοικοκύρης και μας έσπασε στο ξύλο. Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι σφάζανε τους Αρμενίους. Μια μέρα μου δώσανε φαϊ σε ένα μποξαδάκι και μου είπαν να το πάω στον πατέρα μου, στα χωράφια. Εγώ φοβόμουνα. Όταν έφτασα στο χωράφι, ρώτησα τον πατέρα μου αν θα μας σφάξουν και εμας. Όχι μου λέει, εμάς δε θα μας πειράξουν, γιατί εμείς είμαστε Ελλήνες. Ύστερα από λίγο καιρό, οι Τούρκοι έσφαζαν εμάς.
Στον ελληνοτουρκικό πολεμο, τρεις μέρες κρυβόμασταν μέσα στο δάσος. Χτίζαμε καλύβες στα βουνά να μη μας βρουν οι Τούρκοι και μας σφάξουν. Επάνω στα βουνά μας συνάντησαν οι Έλληνες αντάρτες. Ο καπετάνιος ήταν πάνω στο αλογο. Οι Τούρκοι τον σκότωσαν, έκοψαν το κεφάλι του και το γύριζαν από δω κι από εκεί. Όταν τελειωσε ο πόλεμος, είπαμε θα κατέβουμε. Ήταν και δυο Αρμεναίοι μαζί μας. Είπαν θα έρθουμε κι εμείς μαζί σας. Εμείς τους είπαμε, θα σφάξουν και μας και εσάς, γι αυτό να κρυφτειτε. Όλοι οι άλλοι είμασταν Ελλήνες.Οι Τούρκοι άρχισαν να μας δίνουν άδεια να παμε στη Νεοκαισαρεία, στο παζάρι.
Δεν είχε σχολείο στο χωριό μας κι ετσι τα παιδιά πήγαιναν σε άλλα χωριά να μάθουν γράμματα. Τον άντρα μου, όταν τελειωσε το δημοτικό, του λέει ο μπαμπάς του, Γιώργο να πας να μάθεις τέχνη, τσαγκάρης, ο κόσμος τέχνη μαθαίνει. Λέει πατέρα θα παω. Δεν ήθελε. Δούλεψε οχτώ- δέκα μέρες και δεν μπόρεσε άλλο. Λέει στη μάνα του, άλλο δεν μπορώ εκεί μέσα.Έγινε τσοπάνος να φυλάει τα ζώα του χωριού. Ύστερα πούλησαν τα γελάδια και πήραν πρόβατα. Ο πατέρας μου ειχε μελίσσια. Μάζευε το μέλι στους τενεκέδες. Οι άλλοι δούλευαν στα χωράφια. Είχε πολλά χωράφια. Κι εμεις δουλεύαμε στα χωράφια.Μερικοι πήγαιναν και ψάρευαν. Στο χωριό μας δεν είχε Τούρκους. Τα γύρω χωριά ήταν ελληνικά. Με έστειλαν στην Οινόη, να δουλέψω σε ένα τουρκικό σπίτι, όπου εμεινα δύο χρόνια μέχρι που γύρισαν ο πατέρας μου και η μάνα μου απο την εξορία. Πήγα στην χανούμισσα και της είπα, θα φύγω. Εκείνη με έστειλε στο χωριό μου. Μετά μας βοήθησε ένας Τούρκος να ανεβούμε σε πλοίο που πήγαινε στη Ρουμανία . Πάνω στο πλοίο δεν είχαμε να φάμε, είμασταν εντελώς νηστικοί, θα πεθαίναμε. Ήταν μαζί μας ένας γέρος από την Ρωσία που ανέβηκε στη βάρκα και πήγε στον Δούναβη. Όταν φτάσαμε εκεί τους είπε ότι υπάρχουν άνθρωποι στο καράβι που θα κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα. Το πλοίο μας άφησε εκεί. Μετά ανεβήκαμε σ' άλλο πλοίο και κάναμε δώδεκα μέρες στον Δούναβη.
Πάντοτε λέω, θάρθει καιρός , θα ανοίξει ο δρόμος, θα πάμε στον Πόντο, αλλά ποιός θα ζει; ποιός θα πάει;...
Στο σπίτι μας από κόντα περνούσε το νερό. Είχαμε τόσο καλά. Τα έφαγαν όλα οι Τουρκοι . Τρία αδέλφια ήταν ο πατέρας μου. Όλοι σ' ένα σπίτι ζούσαμε. Καθε συνυφάδα είχε 4-5 παιδιά και όλοι είμασταν αγαπημένοι.Τον πρώτο λόγο τον είχε ο μεγάλος αδελφός. Τον πατέρα μου τον έλεγαν Γιώργο και τον παππού μου Λάζαρο. Ο παππούς μου έλεγε, παιδιά θα έρθει μέρα που ο πατέρας θα σκοτώσει το παιδί και το παιδί τον πατέρα. Του λέγαμε όχι παππού, μπορεί να γίνει αυτό; Πέρασαν εκείνα.Τον πατέρα μου τον σκότωσαν,τον αδελφό μου τον σκοτωσαν,την αδελφή μου την σκότωσαν, τους έστειλαν εξορία, τους βασάνισαν.''








Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο ...εκεί Έλλενοι επέθαναν


Γενάρης του 1952, πέρα από τον Άγιο Νικόλαο και πάνω στους πρόποδες του Πάικου βρέθηκε μισοφαγωμένη από άγρια θηρία του βουνού η ενενηντάχρονη γριούλα Παλάσα Παχατουρίδου. Κανένας συγχωριανός της δεν παραξενεύτηκε. Γνώριζαν καλά το δράμα της μεγαλοκυράς από την Χαμενία του Καρς πάνω στον Καύκασο. Η δύστυχη έχασε δέκα γιους λεβέντες και τον άνδρα της στην Μικρασιατική Καταστροφή. Τελευταία είχε χάσει και το μυαλό της. Αναζητούσε κάθε μέρα να βρει το δρόμο για την μεγάλη επιστροφή στην “πατρίδα”. Εκείνο το βράδυ έψαχνε το δρόμο για την γη που ήταν σπαρμένη με τα κόκαλα των παιδιών της...


8 Απριλίου 1921, ο βουλευτής Κ. Φίλανδρος μιλώντας στην ελληνική Βουλή για την Γενοκτονία αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: “Αι γραίαι και οι γέροντες διεσκορπίζοντο τότε εις τας ερήμους, όπου γυμνοί, άστεγοι και νήστεις σωρηδόν απέθνησκον. Αλλά και οσάκις την μακράν πεζοπορίαν διεδέχετο η διά του σιδηροδρόμου μεταβίβασις των ειλώτων, εξετυλίσσοντο σκηναί φρικτοτέρας τραγωδίας. Εσταμάτα το τραίνον μέσα εις την έρημον, διά να ριφθώσιν απροστάτευτα τα δυστυχή εκείνα πλάσματα εις την διάκρισιν των αγρίων θηρίων και των ανθρωπόμορφων θηρίων. Δυστυχής μητέρα, εστoιβαγμένη μετ’ άλλων γυναικών εντός σκευοφόρου βαγονίου, βλέπουσα κινδυνεύον το τέκνο της από ασφυξίαν, ετόλμησε να ζητήσει βοήθεια. Παρευθύς Τούρκος χωροφύλαξ αρπάσας από την αγκάλην της μητρός το τέκνον της το εξεσφενδόνισεν εκ του παραθύρου εις το κενόν, ενώ το τραίνο εξηκολούθει τρέχον εις την απέραντην έρημον! Άλλαι μητέρες ευρέθησαν παγωμέναι εις τα χιονισμένα όρη με τα δυστυχή μικρά των κρεμασμένα από ξηρούς μαστούς!...”


Ο θάνατος της άμοιρης γριούλας, στο χιονισμένο Πάικο και οι θάνατοι εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Ελληνίδων του Πόντου έχουν ένα κοινό στοιχείο. Ήταν απόρροια του “λευκού θανάτου”. Τραγική μοίρα επεφύλαξε στην χαρακομένη κυρά-Παλάσα θάνατο σαν αυτόν που γνώρισαν τα παιδιά της. Ο θάνατος φέρνει μια και μόνη ονομασία. Οι Τούρκοι όμως του έβαλαν επίθετο, τον έφεραν στα μέτρα τους, επινόησαν ένα νέο είδος θανάτου. “λευκός θάνατος”. Τι είναι ο “λευκός θάνατος;”. “Είναι η γενοκτονία αλά τούρκα, είναι βουβή, πονηρή, ανατολίτικη” γράφει στο βιβλίο του “Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο” ο καθηγητής Π. Ενεπεκίδης. “Οι καλούμενες εκτοπίσεις, εξορίες των κατοίκων ολόκληρων χωριών, οι εξοντωτικές εκείνες οδοιπορίες μέσα στο χιόνι των γυναικοπαίδων και των γερόντων -οι άνδρες βρίσκονται ήδη στα τάγματα εργασίας ή στο στρατό- δεν οδηγούν φυσικά σε κανένα Άουσβιτς με τους διαβολικά οργανωμένους μηχανισμούς της φυσικής εξόντωσης του ανθρώπου- όχι! Ήταν όμως ένα Άουσβιτς εν ροή, οι άνθρωποι πέθαιναν καθ’ οδόν, δεν περπατούσαν για να φτάσουν κάπου· όχι, περπατούσαν για να πεθάνουν από τις κακουχίες, την παγωνιά, την πείνα, τον εξευτελισμό του ανθρώπινου. Αυτό ήταν το διαβολικό σύστημα, πονηρά οργανωμένο. Δεν υπήρχε στο τέρμα κανένα Άουσβιτς, γιατί για τους περισσότερους δεν υπήρχε τέρμα. Το ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος, όχι το τέρμα του ταξιδιού”.



Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, η 19η Μαΐου κάθε έτους. Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 έληξε η ντροπή, το όνειδος του νεοελληνικού κράτους που αρνούνταν για δεκαετίες ολόκληρες να επιτελέσει το ελάχιστο καθήκον του απέναντι στα εκατομμύρια των νεκρών. Αναγνωρίζεται ομόφωνα από την ελληνική Βουλή η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Η Γενοκτονία των Ποντίων και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν άρχισε το 1916 ή το 1913. Το απάνθρωπο φαινόμενο της Γενοκτονίας αιώνες τώρα, χαρακτηρίζει την πολιτική των εκάστοτε τουρκικών ή οθωμανικών κυβερνήσεων. Από την ήττα στο Ματζικέρτ (1071) ως την πτώση της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας (1461), από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1915) ως την Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και από τους βανδαλισμούς του 1955 στην Πόλη ως την εισβολή στην Κύπρο (1974) ένας ήταν και είναι ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας: η εξόντωση του Ελληνισμού.
Ήδη από το 1908 οι λεγόμενοι Νεότουρκοι, οι αιμοσταγείς Εμβέρ πασάς, ο Ταλαάτ, ο δρ. Σακίρ, ο δρ. Ναζί, ο Νουρεντίν, ο σφαγέας της Σμύρνης και του εθνομάρτυρα Μητροπολίτη της Χρυσόστομου είχαν πάρει την απόφαση να εξοντώσουν τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας.
“Θα σας κόψουμε τα κεφάλια, θα σας εξαφανίσουμε. Ή εμείς θα επιζήσουμε ή εσείς” δήλωνε ο Τούρκος πρωθυπουργός Σεφκέτ πασάς, τον Ιούλιο του 1909, στον μεγάλο πατριάρχη του Γένους, Ιωακείμ τον Γ’. Οι Γερμανοί, που πολλοί υποστηρίζουν πως ήταν οι ηθικοί αυτουργοί των εγκλημάτων, έβλεπαν τους Έλληνες και τους Αρμενίους ως φραγμό, εμπόδιο στα σχέδιά τους για οικονομική διείσδυση στην Ανατολή. Ο καθοδηγητής των Τούρκων στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς υποστήριζε τα εξής: “η Τουρκία δεν έχει ουδεμίαν ασφάλειαν ούτε δύναται να οργανωθεί ελευθέρως εις το μέλλον, λόγω της παρουσίας των Ελλήνων”. (“Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον Ελληνισμό της Μ. Ασίας”, Μ. Ροδά, εκδ. “Παρουσία”. Το βιβλίο γράφτηκε το 1916 και επανατυπώθηκε). Για να μην προκληθεί αντίδραση στον “πολιτισμένο” κόσμο προτείνει, ως “τελική λύση”, τον λευκό θάνατο, τις ατέλειωτες οδοιπορίες. “Σας διαβεβαιώνω ότι οι παγωνιές και το κρύο του χειμώνα, οι βροχές και η μεγάλη υγρασία, ο ήλιος και η τρομερή ζέστη του καλοκαιριού, οι αρρώστιες του εξανθηματικού τύφου και της χολέρας, οι κακουχίες και η ασιτία, θα φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, με τις σφαγές που λογαριάζετε να κάνετε εσείς”, δήλωνε στους Τούρκους ο Σάντερς. Από την στιγμή εκείνη (1914) ο Ελληνισμός δεν υπήρχε. Εκμεταλλευόμενοι και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο οι Τούρκοι διατάζουν για δήθεν λόγους ασφαλείας την μεταφορά των χριστιανών του Πόντου στα ενδότερα. Αρχίζει πλέον απροκάλυπτα η εξόντωση. Οι άνδρες δολοφονούνται στα διαβόητα “Αμελέ Ταμπουρού”, στα τάγματα θανάτου και τα γυναικόπαιδα με την διαδικασία του “λευκού θανάτου”. 353.000 Πόντιοι πεθαίνουν από φρικτό θάνατο. Εκατοντάδες χιλιάδες οι μάρτυρες των μαρτυρίων του Ποντιακού Ελληνισμού. Αδυνατεί ο ανθρώπινος νους να συλλάβει την φρίκη.
Ελάχιστα μόνο μπορούν να αναφερθούν στο παρόν αφιέρωμα. Θα περιοριστούμε σ’ ένα αποτρόπαιο συμβάν στον Πόντο, χαρακτηριστικό της τουρκικής θηριωδίας. Δέκα αποστολές νεών παληκαριών έγιναν από την Αμισό στα νότια, το καλοκαίρι του 1919. Κάθε αποστολή ακολουθούσε το ρεύμα ενός φαραγγιού, που μέχρι σήμερα λέγεται ΣΕΫΤΑΝ ΝΤΕΡΕΣΙ δηλ. το φαράγγι του διαβόλου. Ήταν τα χρόνια εκείνα, ο δρόμος που οδηγούσε νότια προς την Σεβάστεια. Είκοσι χιλιόμετρα νοτιότερα από την Αμισό, εκεί στο Σεϋτάν Ντερεσί κρυμμένοι καραδοκούσαν οι Τσέτες. Μόλις έφτανε η αποστολή, έπεφταν σαν λυσασμένοι λύκοι πάνω στους ανύποπτους και ταλαιπωρημένους εξορίστους, για να τους κατασφάξουν. Οι συνοδοί χωροφύλακες πρόσεχαν μήπως ξεφύγει κανείς. Μέσα στον πανικό και τους αλαλαγμούς, ελάχιστοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν, τρέχοντας προς τα βουνά. Αυτοί διέσχισαν, σαν ζητιάνοι, όλη την Ανατολή και έφτασαν στην Μερσίνα, στα νότια της Τουρκίας, απ’ όπου έφυγαν στην Ελλάδα, για να είναι μάρτυρες, του τι έγινε τη χρονιά εκείνη, στο φαράγγι του διαβόλου.
Ο Τοπάλ Οσμάν, ο πρώην αρχιχαμάλης του λιμανιού της Κερασούντας, ανέλαβε με τους Τσέτες του, ν’ αλλάξει δημογραφικά τον Πόντο, δηλαδή να εξαφανίσει το ελληνικό στοιχείο. Λήστευε, λεηλατούσε, σκότωνε και έκαιγε χωριά ολάκερα, με σκοπό να αναγκάσει τους υπολοίπους να φύγουν.
Στο Παρίσι οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσιζαν την κατάργηση και την διάλυση του πιο βάρβαρου κράτους της Ευρώπης και την δημιουργία ανεξαρτήτων κρατών, από τους γηγενείς, εκ της αρχαιότητος, κατοίκους της περιοχής. Ένα από τα προβλεπόμενα κράτη ήταν και η Δημοκρατία του Ανεξαρτήτου Πόντου. (Πρωτοτάστησε σ’ αυτό ο ηρωικός Μητροπολίτης Τραπεζούντας και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος). Ο Τοπάλ Οσμάν και τα σχέδια της λευκής σφαγής, σκοπό και στόχο είχαν, να μειώσουν τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής. Εάν γινόταν ειρήνη και έρχονταν επιτροπές για την καταμέτρηση του πληθυσμού, να μην βρεθούν Έλληνες.
Και σαν να μη έφταναν αυτά, το εγκληματικό κεμαλικό καθεστώς, που δήθεν ανέλαβε να μεταρρυθμίσει την χώρα και να επιφέρει την ειρήνη στους λαούς της περιοχής, οργάνωσε τα έκτακτα στρατοδικεία στην Αμάσεια, το 1921, για να προσδώσει νομιμοφάνεια στο έγκλημα, που είχε ήδη συντελεσθεί. Μάζεψε εκεί στην Αμάσεια και στοίβαξε στο κτίριο του Τιμαρχανέ, δηλαδή μέσα στο τρελλοκομείο της Αμάσειας, όλο το άνθος του Ποντιακού Ελληνισμού, προκειμένου δήθεν να το δικάσει.
Η Αμάσεια, μια από τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου, με μοναδικό στον κόσμο προνόμιο φυσικής οχύρωσης, η πατρίδα του μεγαλύτερου γεωγράφου της αρχαιότητας, του Στράβωνας, είχε επιλεγεί για τον επίλογο του εγκλήματος.
Η κατηγορία για όλους τους παρόντες και ερήμην απόντες κατηγορουμένους, ήταν ότι: “Όλοι μαζί και ο καθείς χωριστά, προσπάθησαν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος, αποσπώντας μέγα μέρος από την Αυτοκρατορία και συγκεκριμένα, από τα ρωσικά σύνορα μέχρι την Σινώπη”. Η δίκη γινόταν στο κτίριο της Γαλλικής Σχολής της Αμάσειας. Δικαστής του λεγόμενου Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας (ΙΣΤΙΚΛΑΡ ΜΟΥΧΑΚΕΜΕΣΙ), ορίστηκε ο δικηγόρος από την Μπάφρα, Καβατζέ Ζατέ Εμίν Μπέης, που ήταν πριν βουλευτής Αμισού. Ήταν ένας άνθρωπος σαράντα χρόνων, μετρίου αναστήματος, αιμοχαρής, μοχθηρός, ανθρωπόμορφο τέρας. Παραβίασε κάθε έννοια δικαιοσύνης. Ξεφώνιζε ονόματα, έβριζε, απολογούνταν ο ίδιος από μόνος του για λογαριασμό των κατηγορουμένων και σημείωνε δίπλα στο κάθε όνομα την ποινή, που ήταν ο θάνατος. Η δίκη έγινε τον Σεπτέμβριο του 1921. Τέτοιο μίσος είχε, που κατά λάθος δίκασε εις θάνατον και τον επίσκοπο Πάφρας-Ζήλων Ευθύμιο Αγριτέλλη, ο οποίος όμως είχε ήδη πεθάνει τον Μάιο στις φυλακές Αμασείας. Δηλαδή δίκασε και νεκρούς ακόμη. Πολλοί δικάστηκαν ερήμην, γιατί είχαν προλάβει και ήσαν εκτός Τουρκίας. 69 όμως άτομα κρεμάστηκαν στην κεντρική πλατεία της Αμασείας. Οι βαρυποινίτες ήρθαν στην Ελλάδα, μετά το 1924 με την Ανταλλαγή και αυτοί είναι οι μάρτυρες, για όσα έγιναν στην φυλακή και στο δικαστήριο την χρονιά εκείνη. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1921, Κυριακή πρωί, οι μελλοθάνατοι έκαμαν την Θεία Λειτουργία και τη δική τους νεκρώσιμη ακολουθία. Ήξεραν ότι θα τους έθαβαν σαν τα ζώα.
Η απόφαση βγήκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1921, ώρα 4 το απόγευμα. Όλοι οι κατάδικοι φώναζαν ΑΣ ΚΟΛΣΟΥΝ ΑΤΑΛΕΤΙΝΙΖΕ, δηλ. συγχαρητήρια στη δικαιοσύνη σας. Ο μόνος που μπόρεσε να μιλήσει ήταν ο νεαρός δημοσιογράφος από την Τραπεζούντα, ο Νίκος Καπετανίδης. Ο Εμίν Μπέης τον άφησε να μιλήσει, γιατί νόμισε ότι μετάνιωσε και ήθελε να τον ξεφτιλίσει. “Εγώ κύριε Πρόεδρε” είπε με φωνή σταθερή, “δεν αγωνίστηκα ποτέ για Ανεξάρτητο Πόντο. Εγώ μια ζωή αγωνίστηκα για την Ένωση του Πόντου με την Ελλάδα”. Με κραυγές του στημένου ακροατηρίου, βγήκε κατακόκκινος από θυμό ο πρόεδρος Εμίν Μπέης από το δικαστήριο. Όταν το πρωί οδηγούσαν τους καταδικασθέντες στην πλατεία της Αμάσειας για κρέμασμα, έβαλαν επικεφαλής πρώτο στην πομπή τον αρχιμανδρίτη, γέροντα 70 ετών, Πλάτωνα Αϊβαζίδη (“αν υπάρχει κάποιος ένοχος, αυτός είμαι εγώ”, δήλωσε στους Τούρκους, προσπαθώντας να σώσει τους συγκαταδίκους του), και πάνω στο στήθος του, στο ράσο, καρφίτσωσαν την απόφαση.
Μια ομάδα από χαμάληδες, αλήτες και ανθρώπους του υποκόσμου αφέθηκαν ελεύθεροι να περιφέρονται κάτω από τα αιωρούμενα σώματα. Τα περιέπαιζαν, τα σκύλευαν, αφαιρούσαν παπούτσια και ρούχα. Τόσο απαίσιο ήταν το θέμα, που και Τούρκος αξιωματικός δεν άντεξε και τους έδιωξε με κλωτσιές λέγοντας: “Δεν τους φτάνει το κακό που έπαθαν”;
Θα πρέπει να αναφέρουμε και το γεγονός, ότι την άγρια εκείνη εποχή, τρεις γυναίκες από την Αμισό, πήραν την απόφαση να πάνε μόνες τους στην Αμάσεια, γιατί τις έτρωγε η αγωνία, για την τύχη των φυλακισμένων ανδρών τους. Αυτές ήσαν: Η γυναίκα του γιατρού Α. Χρυσαφίδη, του φαρμακοποιού Θεολ. Δημητριάδη και του μουσικοδιδασκάλου Διογένους. Όταν οι άμοιρες γυναίκες έφτασαν, με τη ναυλωμένη άμαξα, στην γέφυρα του Ίρη ποταμού, ήταν πια αργά. Από τη γέφυρα είδαν, απέναντι στην πλατεία, τα κρεμασμένα σώματα των ανδρών τους. Τραβούσαν τα μαλλιά τους, χτυπιόντουσαν και έκλαιγαν στο θέαμα του φριχτού θανάτου που βρήκε τους συζύγους τους. Δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν τα πτώματα για ταφή, αλλά και ούτε να πλησιάσουν. Την ώρα που αλιτήριοι περιέπαιζαν τους νεκρούς, οι γυναίκες τους δεν είχαν δικαίωμα ούτε να τους αγγίξουν.Τους έθαψαν, όλους σωρηδόν, σε λάκο έξω από την Αμάσεια, χωρίς παπά και χωρίς λιβάνι.
Παρενθέτω στο σημείο αυτό μια συγκλονιστική επιστολή του Αλ.Ακριτίδη, έμπορου από την Τραπεζούντα, ενός από τα θύματα του Εμίν Μπέη. Είναι αποκαλυπτική του ήθους, της αρχοντιάς, του πολιτισμού που κόμιζαν οι άνθρωποι που κατοικούσαν στα «κείθε του Αιγαίου», στην καλλίγονο Ιωνία, στον ανδρειωμένο Πόντο. Ενώπιον του φρικτού και άδικου θανάτου ο Ρωμιός του Πόντου, δείχνει θαυμαστή καρτερία, φανερώνει μεγαλοψυχία, πίστη, φιλοπατρία, αγάπη μεγαλοπρεπή προς τους οικείους του. Όλη η επιστολή αποπνέει το άρωμα της πονεμένης Ρωμιοσύνης, που διατήρησε εν αιχμαλωσία, εν σκιά θανάτου, την πολιτισμική του αυτεπίγνωση, όχι ως κωμική προγονολαγνεία, αλλά ως βίωμα, ως τρόπο ζωής.
«1921 7βρ. 5 Κυριακή.
Γλυκυτάτη μου Κλειώ,
Σήμερον ετελέσθη εν τη φυλακή λειτουργία κα εκοινωνήσαμε όλοι περί τους 100 από διάφορα μέρη. Έχει αποφασισθεί ο διά κρεμάλας θάνατος. Αύριον θα πηγαίνουν οι 60, μεταξύ αυτών οι 5 Τραπεζούντιοι και θα γίνει ο δι’ αγχόνης θάνατος. Την Τρίτην δεν θα είμεθα εν ζωή, ο Θεός να μας αξιώσει τους ουρανούς και σε σας να δώσει ευλογίαν κα υπομονήν και άλλο κακόν να μην δοκιμάσετε. Όταν θα μάθετε το λυπηρόν γεγονός, να μη χαλάσετε τον κόσμον, να έχετε υπομονή. Τα παιδιά ας παίξουν κι ας χορέψουν. Ας σε βλέπω να κανονίσεις όλα όπως ξέρεις συ. Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλαμβάνει πατρικά καθήκοντα και να μην αδικήσει κανένα από τα παιδιά, τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά. Από τα μικρά, τον Παναγιώτη να στείλεις στο σχολείον, την Βαλεντίνην να τη μάθεις ραπτικήν. Την Φωφών να μη χωρίζεσαι ενόζω ζεις. Εις τον Στάθιον τας ευχάς μου και την υποχρέωσιν όπως χωρίς αμοιβήν διεκπεραιώσει όλας τα οικογενειακάς μου υποθέσεις που θα του αναθέσητε. Ο παπα Συμεών ας με μνημονεύει ενόσω ζει. Να δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στην Μέριμναν, 5 λίρες στον Λυκαστή το σχολείον. Και ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδερφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι. Αντίο, βαίνω προς τον πατέρα και συγχωρέσατέ μου.
Ο υμέτερος
Αλ. Γ. Ακριτίδης»
Τον σφαγέα 80.000 Ελλήνων του Πόντου, κατά διαταγή του Κεμάλ, τον ΤοπάΛ Οσμάν τον τιμούν οι Τούρκοι ως εθνικό τους ήρωα και ανήγειραν και ανδριάντα στην Κερασούντα, την πατρίδα του. Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό πως ο Πόντος δεν έπεσε αμαχητί. Είναι άγνωστο, αποσιωπάται επιμελώς το έπος του “αντάρτικου του Πόντου”. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης (ιδού ο ποιμήν ο καλός), μητροπολίτης Αμασείας-Αμισού, υπολογίζει τους αντάρτες σε 20.000. Οι τουρκικές πηγές μιλούν για 25.000. Ονόματα όπως καπετάν Ευκλείδης, ηγέτης των ανταρτών της Σάντας, ο ξακουστός καπετάνιος Ιστύλ αγάς (Στυλιανός Κοσμίδης) στην Σαμψούντα, οι οπλαρχηγοί Ιορδάνης Παπούλας, Βασίλης Ανθόπουλος (Βασίλ αγάς), Κώστας Επεσλής, Ιορδάνης Χασερής, ο περιλάλητος οπλαρχηγός Αντών πασάς που είχε το βασίλειό του στα βουνά της Πάφρας, όπου έδρασε μαζί με την σύζυγό του Πελαγία, είναι λίγα μόνο ονόματα απ’ αυτά που κοσμούν το Συναξάρι των ηρώων του Πόντου. (Αποκαλυπτικό για το θέμα αυτό το βιβλίο του Α. Ανθεμίδη “ Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού”, Θεσ/νίκη 1998). Ο αρχιτσέτης, Τοπάλ Οσμάν, το μεγαλύτερο δολοφονικό εργαλείο του Κεμάλ στον Πόντο, ποτέ δεν τόλμησε να συγκρουστεί με Πόντιους αντάρτες. Έβγαζε το μένος του στα γυναικόπαιδα και τους γέρους...
Δεν θα αναφερθούμε στο παρόν αφιέρωμα στα αίτια και στους αίτιους του ξεριζωμού και της Γενοκτονίας. Είναι αφιέρωμα μνήμης, πενθούμε τους νεκρούς του Πόντου. “Η γνώση του ιστορικού παρελθόντος αποτελεί την βασικότερη προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας” λέγει ο καθ. Βακαλόπουλος.
Θα κλείσουμε με τα λόγια, τα παλικαρίσια, του οπλαρχηγού του Πόντου Σάββα Ασλανίδη: “Μένουν ακόμη εκεί άταφα τα σώματα των αγαπημένων μας. Κράζουν ακόμη στους τραγικούς πατέρες, αδελφούς και συζύγους ζητώντας εκδίκηση. Ναι, εκδίκηση και εκδίκηση αιώνια. Έχουμε δώσει το λόγο μας, ορκίστήκαμε τον φρικτότερο των όρκων να μην δεχθούμε ποτέ συμφωνίες και σπονδές με τους Τούρκους. Και η ημέρα της ανταποδόσης δεν θα αργήσει”. (Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, τομ. 1ος, σελ.344).

Αιωνία η μνήμη των μαρτύρων
της ποντιακής γης...
Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς



TΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Tο PΩΜΑΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ του Mικρασιατικού Πόντου (Tραπεζούντα, Kερασούντα, Σινώπη, Kοτύωρα, αμισός), της Nότιας Pωσίας (Nοβοροσίσκ, Kρασνοντάρ, ανάπα), της Oυκρανίας (Mαριούπολη, Pοστόφ), του αζερμπαϊτζάν (Mπακού), της Tσετσενίας (Γκρόζνι) είναι ένα άγνωστο, αλλά πολύτιμο κομμάτι του νεοελληνικού θεάτρου και της λαογραφίας. Σε σύγκριση με άλλα είδη της θεατρικής ιστορίας μας, το Pωμαίικο Θέατρο, ιδιωματικό ή μη, ποτέ δεν είλκυσε την προσοχή των μελετητών! αν για το πλατύ κοινό εμπόδιο στάθηκε η διάλεκτος, για τους θεατρολόγους, τους ιστορικούς του θεάτρου και τους δασκάλους των πανεπιστημιακών θεατρικών σχολών ποιο ήταν το εμπόδιο; Tι εμπόδισε να γνωρίσουν το Ποντιακό Θέατρο που ήταν γραμμένο στη δημοτική ή στην καθαρεύσα, όπως «Oι φυγάδες» του Περικλή Tριανταφυλλίδη ή το «Eιμαρμένης παίγνια» του Iωάννου Bαλαβάνη, ή το «Xαρίλαος Kομνηνός, ήτοι «Bορράς και ανατολή» του αλέξανδρου Zωηρού;

Mέλη του θεατρικού τμήματος της ελληνικής κοινότητας στο Kομπουλέτι της Γεωργίας, το 1937, ένα χρόνο πριν αρχίσουν οι σταλινικές εκκαθαρίσεις. Στο πλαίσιο των διώξεων των εθνικών μειονοτήτων, οι σοβιετικές αρχές έκλεισαν το 1938 τα σχολεία, τις εφημερίδες, τους εκδοτικούς οίκους και τα θέατρα των Eλλήνων.
Tο Ποντιακό Θέατρο εντοπίζεται σε δύο χώρους: ο πρώτος είναι ο μικρασιατικός Πόντος (Tραπεζούντα, Kερασούντα), όπου ο γεννήθηκε στις αρχές του 18ου αι. Eκεί έχουμε το πρώτο τυπωμένο ποντιακό θεατρικό έργο, το «Eιμαρμένης παίγνια» του Kερασούντιου Iωάννου Bαλαβάνη, το 1860. Παραμένει ακόμη άγνωστο το Ποντιακό Θέατρο του 16ου και 17ου αιώνα που οι Πόντιοι δημιούργησαν στην τουρκική γλώσσα, μαζί με άλλες εθνότητες, υποχρεωμένοι από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. 
O δεύτερος χώρος είναι η ρωσική επικράτεια πρώτα, στα χρόνια τσαρικής αυτοκρατορίας και μέχρι το 1917, και στη συνέχεια από την Oκτωβριανή Eπανάσταση μέχρι και τη διάλυση της Σοβιετικής Eνωσης, οπότε έχουμε την «περίοδο του ποντιακού σοβιετικού θεάτρου» (1917- 1985).


Oργανο εθνογνωσίας
O μικρασιατικός Πόντος, του ενός εκατομμυρίου Eλλήνων και άλλων τόσων Tούρκων, είναι το ένα δέκατο της Mικρασίας, η οποία είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από την Eλλάδα. αυτό σημαίνει ότι ο Πόντος είναι σαν τη μισή Eλλάδα. Tο Ποντιακό Θέατρο που γεννήθηκε στον χώρο αυτό, προσπάθησε μέσα από τις ρωγμές που άφηνε το τιμαριωτικό σύστημα στα τέλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το τανζιμάτ, κι αργότερα το τουρκικό κράτος, να δώσει τα πειστήρια της εθνογνωσίας, της φυλετικής καθαρότητας, της εθνικής επιβίωσης: «Eλληνες εσμέν, απόγονοι ενδόξων προγόνων», γράφει ο Iωάννης Bαλαβάνης στο «Eιμαρμένης παίγνια».
Oι θεμελιακές αρχές της ιδεολογικής σύνταξης του Ποντιακού Θεάτρου στην τσαρική Pωσία είναι: η μυθολογία του απώτερου ιστορικού παρελθόντος και της αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνισμού, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ο ρωμαίικος πολιτισμός της Mικρασίας - γέφυρα προς τις χώρες της τσαρικής αυτοκρατορίας. Kι ακόμη σημαντικό ρόλο θα παίξουν τα νεοελληνικά θεατρικά και καλλιτεχνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν από το 1830 και μετά, η μυθολογία της ανατολικής σκέψης και βέβαια η Oρθοδοξία. Tο Ποντιακό Θέατρο ήταν και είναι λογοκρατούμενο. Xρησιμοποίησε κυρίως την ποντιακή διάλεκτο με τα εκατόν είκοσι ιδιώματά της ως όργανο εθνογνωσίας. H ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε με γνώση, αγάπη και σεβασμό.
Πρόγονοι του Ποντιακού Θεάτρου υπήρξαν οι Mωμόγεροι που απαντώνται στον Πόντο σε εξήντα παραλλαγές και παίζονται ακόμη και σήμερα στην Eλλάδα. Kι ακόμη, οι αρχαίοι θεατρικοί συγγραφείς της Nέας και Mέσης Kωμωδίας, όπως ο Δίφιλος ο Σινωπεύς, ο Διόδωρος ο Σινωπεύς, ο Διογένης ο κυνικός ή παραχαράκτης, ο Bάτων ο Σινωπεύς, ο Σπίνθα ο Hρακλεώτης, ο Hρακλείδης ο Ποντιακός και ο Xαμαιλέων ο Hρακλείωτης. Eπίσης, στον Πόντο λειτούργησαν τέσσερα θέατρα ανοιχτά μαρμάρινα ή πέτρινα και πέντε κλειστά: Tο «Θέατρο της Tραπεζούντας» του Kωστάκη Θεοφύλακτου, το «Σύγχρονο Θέατρο Kερασούντος» του aριστοτέλη Nεόφυτου, το «Θέατρο Πάφρας» του Δημοσθένη N. Mακρή και το «Θέατρο αμισού» του απόστολου Παλιόγλου. Yπήρχαν και τα αρχαία θέατρα aμισού, aμάσειας, aμάστριδος (Παφλαγονία), Kερασούντος και Σινώπης.
Tο Ποντιακό Θέατρο αριθμεί σήμερα 340 έργα τυπωμένα ή χειρόγραφα, γραμμένα σε όλα τα ιδιώματα της ποντιακής διαλέκτου ή ποντιακής καθαρεύουσας, ή ποντιακής και δημοτικής, ή μόνο καθαρεύουσας. από αυτά τα 285 γράφτηκαν στην Eλλάδα μετά το 1922, τα υπόλοιπα στον Mικρασιατικό Πόντο και στην τσαρική Pωσία και ανεξακρίβωτος ακόμη αριθμός στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Eνωση.

αναμνηστική φωτογραφία συντροφιάς νέων στα Kομνηνά Πτολεμαΐδας, το 1959. Kατάγονταν από τα χωριά της Mατσούκας του Πόντου και είχαν ντυθεί «Mωμόγεροι» σύμφωνα με τα έθιμα της ποντιακής τους πατρίδας (φωτ.: από το aρχείο του Kέντρου Mικρασιατικών Σπουδών).
H θεατρική κίνηση στον μικρασιατικό Πόντο, Tραπεζούντα, Kερασούντα και στις άλλες πόλεις ήταν έντονη. Παρουσιάζονταν έργα από ντόπιους θιάσους σωματείων και συλλόγων, αλλά και περιοδεύοντες ελλαδικούς, κυρίως αθηναϊκούς, των Tαβουλάρη- Kοτοπούλη, της Eυαγγελίας Παρασκευοπούλου, της αικατερίνης Bερώνη που προκαλούσαν αληθινό συναγερμό. O θίασος Tσούκα Hσαΐα, Xριστοφορίδη - Kόκκου με πρωταγωνίστρια την ανθίππη Kόκκου, είχαν αφήσει εποχή.
 Oι θίασοι Στεφάνου- Σπυρόπουλου Xέλμη, Bερώνη - Γεννάδη, Φίλιππου απέργη, της Kυβέλης και πολλοί άλλοι είχαν περάσει από αυτές τις πόλεις. Oι αθηναϊκοί θίασοι παρουσίαζαν συνήθως έργα πατριωτικά, όπως, «αθανάσιος διάκος», «Mάρκος Mπότσαρης», «Σουλιώτες», «O Λεωνίδας εν Θερμοπύλαι», στα ελληνικά, για να μιλήσουν για τα κλέη και τα πάθη των ένδοξων προγόνων, τονώνοντας, έτσι, το εθνικό φρόνημα. Oι ντόπιοι θίασοι παρουσίαζαν έργα του αρχαίου και του νεοελληνικού θεάτρου, του ευρωπαϊκού αλλά και του ρωσικού.


Tσαρική Pωσία, πρώην EΣΣΔ
Θα επιχειρήσω μια δειλή προσέγγιση του Ποντιακού Θεάτρου στην τσαρική Pωσία, όπου εμφανίζεται μετά την πτώση της Tραπεζούντας (1461) και τους πολλούς ρωσοτουρκικούς πολέμους, στη διάρκεια των οποίων Eλληνες του μικρασιατικού Πόντου κατέφυγαν στην ομόδοξη Pωσία, μεταφέροντας στις πολιτιστικές αποσκευές τους και το θέατρό τους. Tο Ποντιακό Θέατρο λειτούργησε κυρίως στη Nότια Pωσία, Γεωργία, Oυκρανία, αζερμπαϊτζάν, Tσετσενία, όπου υπήρχε συμπαγής ποντιακός πληθυσμός. Δεν γνωρίζουμε τα θεατρικά καθέκαστα πριν από το 1400. Ωστόσο, είναι αποδεδειγμένο ότι το Ποντιακό Θέατρο επηρεάστηκε από το ρωσικό, ως προς τη μορφή και την ιδεολογία. Oι Πόντιοι παρουσίαζαν έργα του ρωσικού δραματολογίου, από Tουργκιένεφ, Oστρόφσκι, Γκριμπογιέντοφ έως και Tσέχωφ. ακόμη, έπαιζαν έργα του αρχαίου και του νεοελληνικού θεάτρου.
H μαρξιστική θεωρία όμως που διερευνούσε τις δυνατότητες αλλαγής της κοινωνίας, επηρέασε πολλούς ποιητές και δραματουργούς. Xαρακτηριστική περίπτωση ο Γεώργιος K. Φωτιάδης (1872-1909) με την τριλογία του «Tο σκότος», «Tα μισόφωτα», «Tο φως» που τον κατατάσσει στους σπουδαίους του παγκόσμιου θεάτρου. Συμβολιστής, επηρεασμένος από τους aλεξάντρ Mπλοκ, aντρέι Mπέλι, Bλαντιμίρ Σολοβιόφ, στοχάζεται στο είναι και στο γίγνεσθαι της κοινωνίας.
Λίγα λόγια για το ποντιακό σοβιετικό θέατρο: Kλήθηκε να συμμετάσχει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, για τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου ενταγμένου στο πλαίσιο της προλεταριακής κουλτούρας και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Hταν ένα θέατρο από τον λαό για τον λαό, που υπηρετούσε το δόγμα «εθνικό στη μορφή και σοσιαλιστικό στο περιεχόμενο»!. Tην εποχή εκείνη υπήρξε εντονότατη θεατρική κίνηση από ερασιτεχνικούς, επαγγελματικούς και κρατικούς θιάσους. Παρουσιάστηκαν επίσης έργα του αρχαίου θεάτρου, του νεοελληνικού αστικού θεάτρου, αλλά και ρωσικά, αρμένικα, γεωργιανά. Στους θιάσους συμμετείχαν Pώσοι, Γεωργιανοί, αρμένιοι σκηνοθέτες και σκηνογράφοι, ακόμη και μουσικοί. O Oδυσσέας Δημητριάδης έγραφε μουσική για το θεάτρο. Eίναι η εποχή που γράφτηκαν και πολλά έργα. Δεν ήταν λίγοι οι συγγραφείς που μετουσίωσαν την ιδεολογία σε τέχνη. ανάμεσά τους, δύο σπουδαίοι θεατρικοί συγγραφείς και ποιητές: ο Γιώργης αντωνίου Kοστοπράβ (Kωνσταντινίδης) και ο Θόδωρος Γρηγορίου Kανονίδης - απόλλων.


πηγή :http://www.kathimerini.gr/


Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Η ΛΑΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ


Λόγου της έλλειψης γιατρών θα συναντήσουμε σε κάθε χωριό έναν ή και  περισσότερους κατοίκους να ασχολούνται εμπειρικά με την ιατρική. Τους ασχολούμενους λοιπόν με τα πρακτικά τους ονομάζανε  λοχμά χεκίμ΄ς. παϊτάρ΄τς, ψευτοχεκίμ¨ς, χόζ τοχτορού, τζαράχ΄ς κ.ά.
Η εκμάθηση  της Θεραπείας των διαφόρων ασθενειών καθώς και η παρασκευή διαφόρων αλοιφών γινόταν είτε με τη μαθήτευση κοντά σ ΄άλλους εμπειρικούς είτε και λόγω πείρας
(΄ς σο κεφάλ΄ν ατ΄π΄έρ΄ται, γιατρός εκείνος έν΄=αυτός που αρρώστησε -πολλές φορές γίνεται γιατρός).
Τους εμπειρικούς γιατρούς τους είχαν σε μεγάλη εκτήμηση. Τους κακατάσσανε μετά το θεό
( πρώτα ο θεόν κι΄επεκεί έν΄ο λοχμά χεκίμ΄ς). Τη θεραπεία τους την εμπιστεύονταν και στους αγίους, αλλά και στα αγιάσματα. Έτσι στον άγιο Χαράλαμπο αποδίδανε μαιευτικές ικανότητες, ο άγιος Παντελεήμων Θεράπευε όλες τις αρρώστιες, η αγία Βαρβάρα προστάτευε τα παιδιά από την ευλογιά και την οστρακία, ενώ η Παναγία Θεράπευε όλες τις αρρώστιες, σωματικές και ψυχικές.
Θεωρούσαν ως πράξη ανίερη την αμοιβή. Παρά την αντίδραση τους, όμως, αναγκάζονταν οι πρακτικοί γιατροί να δεχτούν  ό,τι τους προσφέρανε ( χρήματα, σιτάρι, καλαμπόκι κ.ά).
Τα ιατρικά όργανα και εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν τα ακόλουθα : το γουσμούσ΄( για την θεραπεία της τερηδόνας), η νεζτέ ( για τη διάνοιξη αποστημάτων), τα λαηνόπα ( για τη θεραπεία του κρυολογήματος), η κελπετή (για την εξαγωγή δοντιών), το  γουδίν ( για την παρασκευή αλοιφών), το κιρεμίτ΄( για το κρύωμα), η τούβλα ( για τους διάφορους πόνους).


Φάρμακα


Ως φάρμακα χρησμοποιούσαν τα ακόλουθα βότανα : τα λεβόρα ( για τη θεραπεία των ρευματισμών), το κογκορόζ΄( επίσης για τους ρευματισμούς), το σταυρολούλουδον ( για τη θεραπεία της βασκανίας), το κιμία οτού ( γθα τη Θεραπεία των πληγών και των αυτιών), τη μούτσας το χορτάρ΄( για τη θεραπεία του λειχήνα), τ΄αϊγούρτιν ( για τη διούρηση), τα κινέατα για τη θεραπεία του στομάχου ), το σπαθόχορτον ( για τη θεραπεία πληγών και τραυμάτων), τη μασουρίτσας τα κλαδιά( για τη θεραπεία των λειχήνων), το σεύτελον ( για τη θεραπεία των πληγών, δοθιήνων και αμοιβάδων), το μελισσόχορτον ( για τη θεραπεία των ματιών), τα γαπάλαχα ( για τη θεραπεία των εγκαυμάτων), τη γέρας το φύλλον ( για τη θεραπεία των  πληγών και των δοθιήνων), την αγούδα ( για την θεραπεία των ρευματισμών και του στομάχου) κ.ά.






Το μελισόχορτο χρησιμοπιούνταν στον Πόντο
για θεραπεία διάφορων παθήσεων των ματιών.







Η συλλογή των βοτάνων γινόταν με το ερχομό της άνοιξης και διαρκούσε μέχρι το φθινόπωρο. Ο κάθε οικογενειάρχης συγκέντρωνε τα απαραίτητα βότανα, ενώ η προσφορά τους, σ΄όσους τα χρειάζονταν. γινόταν δωρεάν και θεωρούνταν πράξη θεάρεστη.
Τα βότανα που συλλέγανε τα χρησιμοποιούσαν και για τους ακόλουθους σκοπούς  : α.γαλακταγωγά ( σταφύλι,άνισο, κρεμμύδι κ.α),β ως εμμηναγωγά ( τα λεβόρια),γ ως διουρητικά ( αγριάδα,φούντες καλαμποκιού),δ , ως αντιφλογιστικά ( πατάτες  αλατισμένες), ε. ως εφιδρωτικά ( φλαμούρι, θύμπιρο, χαμομήλι, μολόχα, κ.ά.), στ.ως καθαρτικά ( το χίνκιανον), ζ. ως τονωτικά ( το θύμπιρον).





Το χαμόμηλον χρησιμοπιούνταν στον Πόντο
για τη θεραπεία των ρευματισμών και του  στομάχου.


















Τα κράνα χρησιμοπιούνταν στον Πόντο  για τη θεραπεία του κοιόπονου.












- 'Αλλοι τρόποι θεραπείας


-Ψυχικές νόσοι - βασκανία 


-Πρακτική ορθοπεδική


αυτά τα άρθρα θα ακουλουθίσουνε σταδιακά


 απο το βιβλίο  ΠΟΝΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
                        ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑ 

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More