Συνολικές προβολές σελίδας

.

Θέλετε να αποκτήσετε μια Ποντιακή λύρα ? Θέλετε έργο τέχνης ποιότητα και ποικιλία ? Τότε το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να πατήσετε σε αυτό το σύνδεσμο ι να με πάρετε σε αυτό το τηλέφωνο . . . Επικοινωνήστε μαζί μου 6977220589

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας. Το σχολείο αυτό άρχισε να λειτουργεί κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκικής δουλείας δεν ήταν όμως σε περίοπτη τάξη πλην όμως ήταν το μοναδικό σ΄ όλη τη περιοχή. Με το χρόνο όμως άρχισε και η αναγνώρισή του όπου και ονομάστηκε Φροντιστήριο. Σ΄ αυτό συνετέλεσαν περισσότερο οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Μουρούζες και Υψηλάντες όπου στις αρχές του 18ου αιώνα, ενθυμούμενοι την καταγωγή τους, άρχισαν να το επιχορηγούν οικονομικά για την γενικότερη ανύψωσή του. Το όνομα Φροντιστήριο φέρεται να έλαβε περί το 1682.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Μαύρη θάλασσα Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας







Μαύρη θάλασσα
Λίκνο πολιτισμού και βαρβαρότητας

του

Νηλ Άσερσον




[Σελ.338-375]

Σπίτι,
ζήτημα τιμής και όχι οικοδομικών υλικών,
ο τόπος που βρισκόμαστε, όταν,
εάν θέλαμε,
θα μπορούσαμε να ’μαστε κάπου αλλού,
αλλά ξέρουμε ότι έχουμε επιλέξει σωστά.
Γ.Χ. Όντεν,
«Εν καιρώ πολέμου» (1942)

Tο ταξίδι με λεωφορείο από την Άγκυρα στην Τραπεζούντα διαρκεί δεκατρείς ώρες. Ο δρόμος αρχίζει στη στέπα της Κεντρικής Ανατολίας και μετά κατηφορίζει, μέσ’ από τα δάση και τα περάσματα των παραθαλάσσιων βουνών, προς τη Μαύρη Θάλασσα. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησε ο Ξενοφώντας και οι Μύριοι το 400 π.Χ. καθώς γύριζαν στην πατρίδα τους από την Περσία. Όμως το πού ακριβώς είχαν σταθεί όταν οι στρατιώτες είδαν τη γαλάζια έκταση στον ορίζοντα μπροστά τους και φώναξαν «Θάλαττα! Θάλαττα!» δεν μπορούμε να το ξέρουμε.
Μερικοί πιστεύουν πως ήταν κοντά στο λιμάνι Ορντού, περίπου εκατόν εξήντα χιλιόμετρα δυτικά της Τραπεζούντας, άλλοι ότι κατέβηκαν από τα βουνά λίγο πιο ανατολικά. Το ζήτημα είναι ότι όταν οι στρατιώτες φώναξαν «Θάλαττα!», οι ντόπιοι τούς καταλάβαιναν. Γιατί ήταν κι εκείνοι Έλληνες. Η Τραπεζούντα ήταν μία μόνο από μια αλυσίδα αποικιακών πόλεων που σημάδευαν την ακτή, σε συνεχή επαφή με όλες τις άλλες ελληνικές αποικίες που πλαισίωναν τη Μαύρη Θάλασσα. Βρισκόταν εκεί ήδη τριακόσια χρόνια όταν ο Ξενοφών και οι επιζήσαντες του στρατού του βγήκαν από την ερημιά. Οι Έλληνες του Πόντου, όπως κατέληξαν να ονομάζονται οι άποικοι της συγκεκριμένης περιοχής, παρέμειναν σ’ αυτή την ακτή και στις πράσινες ομιχλώδεις κοιλάδες που σκαρφαλώνουν μέχρι τα χιόνια των βουνών επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια ακόμα. Τους διοίκησαν οι Ρωμαίοι, μετά οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες κι ύστερα –για λίγο– οι Κομνηνοί αυτοκράτορες της Τραπεζούντας. Έπειτα ήρθαν οι Τούρκοι. Οι Πόντιοι Έλληνες κατάφεραν να επιβιώσουν ακόμα και τότε, λίγο παζαρεύοντας, λίγο υποχωρώντας, λίγο αποδεχόμενοι το Ισλάμ. Το τέλος ήρθε το 1923, με αυτό που στη διπλωματική γλώσσα είναι γνωστό ως «Aνταλλαγή πληθυσμών» και στη μη διπλωματική κοινή ελληνική με το όνομα Kαταστροφή.
Η Ελλάδα, επιχειρώντας μια απονενοημένη αυτοκρατορική εκστρατεία που υποστηρίχτηκε από τη Βρετανία, εισέβαλε στη Δυτική Ανατολία ελπίζοντας να μετατραπεί σε «Μεγάλη Δύναμη» του Αιγαίου και να φτιάξει μια «Μεγάλη Ελλάδα» πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως η εισβολή έληξε όχι απλώς με την ήττα της Ελλάδας στη μάχη του Ντουμλούπιναρ το 1922, αλλά με μια καταστροφική φυγή και σφαγή, η οποία όχι μόνο κατατρόπωσε τις ελληνικές στρατιές αλλά έριξε και την πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολίας στη θάλασσα. Η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 καθόρισε τα σύνορα της Νέας Τουρκίας υπό την ηγεσία τού Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Το παγκόσμιο χαλιφάτο –μια απέραντη πολυεθνική και πολυθρησκευτική αυτοκρατορία– συρρικνώθηκε τώρα σαν πεθαμένο αστέρι και μεταμορφώθηκε σ’ ένα συμπαγές, ομοιογενές σύγχρονο κράτος με μουσουλμανική θρησκεία και τουρκικό λόγο. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα και η Τουρκία συμφώνησαν να ανταλλάξουν μειονότητες. Σχεδόν μισό εκατομμύριο μουσουλμάνοι (πολλοί από αυτούς ήταν Έλληνες σε όλα πλην της θρησκείας) αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ελλάδα, ενώ περισσότεροι από ένα εκατομμύριο χριστιανοί (μερικοί από αυτούς πολιτιστικά Τούρκοι) εκδιώχτηκαν από την Τουρκία. Οι περισσότεροι χριστιανοί ήταν Έλληνες του Πόντου, οι οποίοι εγκατέλειψαν τα μοναστήρια τους και τα χωράφια τους, τα σπίτια τους, τις τράπεζές τους και τα σχολεία τους κι έφυγαν με όσα μπορούσαν να κουβαλήσουν στην πλάτη τους για τις αποβάθρες.


Ο κόσμος που ταξιδεύει με τα τουρκικά λεωφορεία, ή φεύγει από το σπίτι του ή πηγαίνει στο σπίτι του. Ποτέ δεν συνάντησα κάποιον που να μου πει ότι ταξίδευε για δουλειές ή για κρατικές υποθέσεις. Μπροστά στα μάτια κάθε ταξιδιώτη που ανέβαινε στο λεωφορείο της Τραπεζούντας, χόρευε η εικόνα ενός σπιτιού. Για μερικούς ήταν μια είσοδος αστικής πολυκατοικίας γεμάτη γυναίκες και παιδιά που έκλαιγαν καθώς αποχαιρετούσαν. Για άλλους ήταν ένα σπιτάκι με κόκκινα κεραμίδια πάνω απ’ τη Μαύρη Θάλασσα, ένα σπίτι που τους περίμενε, το μέρος όπου η οικογένεια είχε μαζευτεί για τα καλωσορίσματα κι ο ένας έλεγε στον άλλο να πάει για ύπνο και να μην περιμένει. Όλοι στο λεωφορείο έτρεμαν λιγάκι, κοίταζαν πρόθυμοι να παρηγορηθούν ή να πιάσουν κουβέντα για άσχετα θέματα που θα τους έκαναν να ξεχάσουν.
Μια όμορφη γυναίκα, ψηλή, με σκιστά μάτια σαν Καζάχα είχε γυρίσει από τη δουλειά της σε μια εταιρεία πετρελαίων στην Ιαπωνία για να δει την οικογένειά της στο Γκιρσούν – την πόλη που οι Έλληνες ονόμαζαν Κερασούς κι έδωσε το όνομά της στο φρούτο που βρήκαν εκεί οι Ρωμαίοι και το διέδωσαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο τους: το κεράσι. Μια οικογένεια ντυμένη με βαριά ρούχα απ’ την κορφή ώς τα νύχια, με μια παντρεμένη κόρη που φορούσε την ισλαμική μαντίλα, κουβέντιαζε στα αγγλικά με βαριά προφορά του Μπρούκλιν· είχαν γυρίσει στην πατρίδα απ’ τη Νέα Υόρκη και πήγαιναν στο λιμάνι της Σαμψούντας. Κάποιοι επιβάτες βοήθησαν μια χωριάτισσα να βολέψει την παράλυτη κόρη της σ’ ένα από τα μπροστινά καθίσματα· τύλιξε ένα λευκό μαντίλι γύρω από το κεφάλι του κοριτσιού, και μετά, σφίγγοντας τις παλάμες της, άρχισε να διεκτραγωδεί τις περιπέτειες της οικογένειάς της. Δίπλα μου, μια νεαρή γυναίκα που σπούδαζε ηλεκτρονική δημοσιογραφία στην Ολλανδία μου μίλησε για τη μητέρα της που την περίμενε στην Ούνιγιε και για τις εμπειρίες της ως εκπαιδευόμενης στην ολλανδική τηλεόραση. Καθώς έπεφτε η νύχτα κι ένα παραμορφωμένο, μισόγιομο φεγγάρι ξεπρόβαλε πάνω από τους γυμνούς λόφους, μου είπε ότι πρέπει να είχε πέσει χιόνι εκείνη την ημέρα στις ψηλές Ποντιακές Άλπεις.
Tαξιδεύαμε μ’ ένα γρήγορο λεωφορείο της εταιρείας Ουλουσόι, από το στόλο των υπεραστικών που εξυπηρετεί την τουρκική ενδοχώρα. Κάθε μία ώρα περίπου, ο εισπράκτορας περνούσε από το διάδρομο μ’ ένα μπουκάλι κολόνια και γέμιζε τις χούφτες των ταξιδιωτών: εκείνοι δρόσιζαν το πρόσωπο κι έτριβαν το λαιμό τους. Οι κουβέντες άρχισαν να αραιώνουν και οι επιβάτες αποκοιμήθηκαν. Δίπλα μου, στο παράθυρο, ένας γενειοφόρος κύριος ήταν όλη την ώρα σιωπηλός. Kάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος μου ανοίγοντας διάπλατα τα μαύρα του μάτια και είπε, «Είμαι Τούρκος!» Με κοίταξε για αρκετή ώρα και μετά ξαναγύρισε προς το παράθυρο.
Μισοξύπνησα στη Σαμψούντα και μετά ξανά στην Ούνιγιε, όπου η κοπέλα από την Ολλανδία κατέβηκε. Τώρα η Μαύρη Θάλασσα ήταν παρούσα, μια καταθλιπτική σκοτεινιά στη μια πλευρά του αυτοκινητόδρομου. Όταν ξύπνησα πάλι, με το πρώτο φως της μέρας, άκουσα μια διαπεραστική φωνή, στριγκλιές και κλαψουρίσματα. Στην αρχή νόμισα πως ήταν η φωνή ενός δεκαοχτάμηνου αγοριού που το κανάκευαν οι γονείς του για να το ησυχάσουν μερικές σειρές μπροστά μου. Μετά συνειδητοποίησα ότι το κλάμα ερχόταν από πιο μπροστά, από κει που είχε καθίσει το ανάπηρο κορίτσι με τη μητέρα του. Ο ήχος δυνάμωσε κι έγινε σαν ψαλμωδία, σαν δυνατή κραυγή διαμαρτυρίας. Μερικοί άντρες είχαν μαζευτεί γύρω από το κάθισμα απ’ όπου ερχόταν ο θόρυβος. Aπ’ ό,τι φάνηκε, δεν έκλαιγε η κοπέλα, αλλά η μητέρα της. Ψιθυριστές φωνές άρχισαν να μιλούν τουρκικά γύρω μου και είδα δυο γυναίκες που κάθονταν στην άλλη πλευρά του διαδρόμου να σκουπίζουν σιωπηλά τα δάκρυά τους με τα μαντίλια.
Δυο άντρες πέρασαν το διάδρομο κουβαλώντας με μεγάλη δυσκολία το ανάπηρο κορίτσι, τυλιγμένο σε μια κουβέρτα απ’ το κεφάλι μέχρι τα πόδια, και το ακούμπησαν στο ενιαίο πίσω κάθισμα, κοντά στην πόρτα. Κατάλαβα πως το κορίτσι είχε πεθάνει, πως πρέπει να πέθανε κάποια στιγμή μες στο σκοτάδι καθώς το λεωφορείο κατέβαινε τους λόφους προς τη θάλασσα. Σηκώθηκε κι η μητέρα και πήγε και κάθισε πλάι στη νεκρή κόρη της. Οι κραυγές της έγιναν ρυθμικές κι ύστερα τραγούδι, ένα ποντιακό μοιρολόι, όπου η ίδια μουσική φράση ανεβοκατέβαινε στίχο με το στίχο.
Μπροστά μας, στ’ ανατολικά, μια τεράστια κόκκινη λάμψη υψωνόταν πίσω από το επόμενο ακρωτήριο, σαν να καιγόταν η πόλη της Τραπεζούντας. Tώρα φαινόταν κι η θάλασσα, μαύρη ακόμα, να στραφταλίζει μαβιά κι αργοκίνητη. Καθώς ανέτελλε ο ήλιος, ο γενειοφόρος δίπλα μου άρχισε να προσεύχεται, στητός στο κάθισμά του και με τα χείλη του να κινούνται. Όταν τελείωσε, έκανε τη μουσουλμανική χειρονομία της ευλάβειας, χαϊδεύοντας με τις παλάμες το πρόσωπό του σαν να ξυπνούσε από όνειρο.
Το λεωφορείο σταμάτησε δίπλα σ’ ένα τζαμί που ήταν ήδη φωταγωγημένο για την πρωινή προσευχή. Εκεί περίμενε ένα ταξί. Mερικοί άντρες κατέβασαν το άψυχο κορμί της κοπέλας από το λεωφορείο και το έβαλαν στο πίσω κάθισμα του ταξί. Κάποιος άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ κι έκανε νόημα στη μητέρα· το πρόσωπό της συσπάστηκε, έριξε την τσάντα της στο πορτ-μπαγκάζ κι έκανε ν’ απομακρυνθεί. Κάποιοι την έπεισαν να γυρίσει πίσω και να μπει στο ταξί. Δυο άντρες από το λεωφορείο στριμώχτηκαν στο πίσω κάθισμα, δίπλα στη νεκρή, και το ταξί ξεκίνησε για την Τραπεζούντα. Ο οδηγός του λεωφορείου και ο γενειοφόρος πήγαν στο τζαμί. Έβλεπα τις φιγούρες τους να διαγράφονται στα φωτισμένα παράθυρα καθώς έκαναν την προσευχή τους, και μετά σηκώθηκαν.
Γύρισαν και το λεωφορείο ξεκίνησε για τα τελευταία τριάντα χιλιόμετρα μέχρι την Τραπεζούντα. Ο εισπράκτορας ήρθε για τελευταία φορά με το μπουκάλι της κολόνιας. Οι δυο γυναίκες στην άλλη πλευρά του διαδρόμου συνέχιζαν να χύνουν πικρά δάκρυα σιωπηλές. Ένας κόκκινος ήλιος υψώθηκε πίσω από βαριά σύννεφα, που αραίωσαν κι ύστερα εξατμίστηκαν. Καθώς το λεωφορείο έμπαινε στην κεντρική πλατεία, την Πλατεία Ταξίμ, το ρολόι έδειχνε έξι και η μέρα ήταν ήδη ζεστή και ηλιόλουστη.


Η Τραπεζούντα είναι χτισμένη πάνω σε ράχες, ανάμεσα σε βαθιά φαράγγια που κατεβαίνουν χαμηλά ώς τη θάλασσα. Σε μια απ’ αυτές τις ράχες βρίσκεται η ερειπωμένη ακρόπολη της Τραπεζούντας, το παλάτι και το κάστρο των Κομνηνών. Η ίδια η πόλη είναι γεμάτη βυζαντινές εκκλησίες, που τώρα έχουν γίνει τζαμιά: Άγιος Ευγένιος, Αγία Άννα, Άγιος Ανδρέας, Άγιος Μιχαήλ, Άγιος Φίλιππος, ο σπηλαιοναός του Αγίου Σάββα, η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου. Σ’ ένα ακρωτήριο στη δυτική πλευρά της πόλης, που το δροσίζει η αύρα της θάλασσας, βρίσκεται η μητρόπολη της Αγίας Σοφίας, τώρα μουσείο, με τις βυζαντινές τοιχογραφίες της αναστηλωμένες από τον Ντέιβιντ Τάλμποτ-Ράις και το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Υπάρχει γενικά ένας αέρας Εδιμβούργου στο εμπορικό κέντρο της Τραπεζούντας: ψηλά κλασικά κτίρια από γκρίζα ηφαιστειακή πέτρα χτισμένα το δέκατο ένατο αιώνα από Έλληνες τραπεζίτες, ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες, Έλληνες ευεργέτες που ίδρυσαν σχολεία και νοσοκομεία. Όταν όμως περπατάς σ’ αυτούς τους δρόμους σήμερα, σε σταματάει συνεχώς η τουρκική ευγένεια και η περιέργεια. Άντρες σού φωνάζουν από τα υπαίθρια καφενεία και σου λένε την ιστορία της ζωής τους πίνοντας αχνιστό τσάι που φυτρώνει στις πλαγιές πάνω από το Ριζέ στη Μαύρη Θάλασσα. Στα εστιατόρια, ο μάγειρας έρχεται, σε παίρνει από το χέρι, σε πάει στην κουζίνα και σε βάζει να διαλέξεις απ’ τα ζεστά φαγητά. Το γκαρσόνι σού παίρνει ευγενικά το βιβλίο από τα χέρια για να δει τι διαβάζεις. Ο τσαγκάρης που επισκεύασε το δερμάτινο λουρί της τσάντας μου μού έφερε ένα φλιτζάνι κρύα, φρεσκοστυμμένη λεμονάδα απ’ το διπλανό καφενείο καθώς περίμενα και μετά προσπάθησε όσο πιο επίμονα μπορούσε να αρνηθεί πληρωμή και για τη λεμονάδα και για το λουρί. Ο άνθρωπος στο φωτογραφείο (που από ένα λάθος του κατάφερε να μου κάψει δυο ολόκληρα τραβηγμένα φιλμ) μου έκανε μια μακροσκελή διάλεξη σχετικά μ’ έναν Άγγλο καθηγητή που είχε πάει στο Ερζερούμ για να εξετάσει τον ομαδικό τάφο της «λεγόμενης σφαγής των Aρμενίων» και ανακάλυψε ότι όλα τα κρανία ήταν κλασικά παραδείγματα τουρκικών κεφαλιών κι ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας Αρμένης.
Η Αυτοκρατορία των Κομνηνών ξεκίνησε εδώ το 1204, μετά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους· ο Αλέξιος Κομνηνός, γιος του Βυζαντινού αυτοκράτορα, διέφυγε στην Τραπεζούντα και την έκανε πρωτεύουσά του. Η τύχη και το εμπόριο εξασφάλισαν την επιβίωση και την ευημερία του κράτους των Κομνηνών, ακόμα και μετά την επιστροφή των Ελλήνων αυτοκρατόρων στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Στα μέσα του δέκατου τρίτου αιώνα η κατάκτηση της Περσίας από τους Mογγόλους άνοιξε ένα καινούργιο, νότιο παρακλάδι στους Δρόμους του Mεταξιού, που άρχιζε από την Ταυρίδα, διέσχιζε τα ποντιακά βουνά και τελείωνε στην Τραπεζούντα.
Ο καθηγητής Άντονι Μπράιερ, ο οποίος στην εποχή μας είναι ο αυτοκρατορικός ιστοριογράφος των Κομνηνών, τονίζει τη συνεκτικότητα του Πόντου, τον οποίο διοικούσαν από την Τραπεζούντα, «μια πόλη προστατευμένη όπως ο Λίβανος και η Νότια Κασπία από τις Άλπεις της… με εκλεκτό κλίμα και διαμόρφωση εδάφους». Οι παραθαλάσσιες καλλιέργειες (παλιότερα λάδι, κρασί και στάρι, τώρα όμως καρύδια, τσάι και καπνός) περιβάλλονται από ήπια βροχοδάση «που διακόπτονται από καλοκαιρινά βοσκοτόπια τα οποία δεσπόζουν πάνω από τα άνυδρα υψώματα της Αρμενίας, κι ο Πόντος τούς στρέφει την πλάτη του για ν’ αντικρίσει τη Μαύρη Θάλασσα».
Απ’ την αρχή, η ελληνική εγκατάσταση εδώ δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ήταν εγκατάσταση σε βάθος, κι έφτανε ώς τις δασωμένες κοιλάδες της ενδοχώρας. Πίσω από τις συνηθισμένες πόλεις-αποικίες κατά μήκος της ακτής, «η εγκατάσταση των ελληνόφωνων εκτεινόταν στο εσωτερικό όσο το νερό ήταν άφθονο». Την εποχή των Κομνηνών, η σχετικά μικρή πόλη της Τραπεζούντας είχε μια ταραγμένη αστική και πολιτική ζωή, αλλά η μεγάλη μάζα του πληθυσμού ζούσε πίσω στους λόφους, όπου καλλιεργούσε σπαρτά και το καλοκαίρι μετέφερε τα κοπάδια στα ψηλά βοσκοτόπια. Οι περισσότεροι από αυτούς τους χριστιανούς αγρότες νοίκιαζαν τα χωράφια τους από πάμπλουτα μοναστήρια που ήταν κουρνιασμένα στις απότομες πλαγιές των κοιλάδων· όπως λέει ο Μπράιερ, «μια μοναστική οικονομία θιβετιανών σχεδόν διαστάσεων».
Εκτός απ’ τις πόλεις, αυτή η αγροτική ποντιακή κοινωνία περιείχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ελληνόφωνου πληθυσμού στον ελληνικό ή βυζαντινό κόσμο – πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της Πελοποννήσου. Η Κωνσταντινούπολη εκπορθήθηκε τελικά από τον Μωάμεθ τον Πορθητή το 1453 και η Τραπεζούντα κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1461, μετά από πολιορκία σαράντα δύο ημερών. Όμως οι Έλληνες του Πόντου παρέμειναν στις κοιλάδες και στα χωριά τους, και τα μοναστήρια κράτησαν ζηλότυπα τον πλούτο τους και το μεγαλύτερο μέρος των κτημάτων τους για πολλούς ακόμα αιώνες. Πολλοί, ανάμεσα στους οποίους μερικές από τις πιο επιφανείς οικογένειες της Τραπεζούντας, προσηλυτίστηκαν επιφανειακά στο Ισλάμ, αλλά εξακολούθησαν να μιλάνε ποντιακά ελληνικά – μια γλώσσα η οποία στο πέρασμα των χιλιετιών είχε αποκλίνει αρκετά από τη γλώσσα που μιλούσαν στο Αιγαίο ή στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Πώς έβλεπαν οι ίδιοι τον εαυτό τους σ’ αυτήν την προ-εθνικιστική εποχή; Πρώτα και κύρια, δεν θεωρούσαν πως ήταν «Έλληνες» και κατά κανένα τρόπο δεν πίστευαν πως είχαν τις ρίζες τους στη χερσόνησο και στα νησιά που τώρα αποκαλούμε «Ελλάδα». Ανάμεσα στους μορφωμένους της Τραπεζούντας, κατά το δέκατο πέμπτο αιώνα κάποιοι μπορεί να προσφωνούνταν μεταξύ τους ως «Έλληνες», όμως αυτό ήταν περισσότερο ένδειξη πολιτιστικής παρά εθνικής ταυτότητας. Οι απέξω, είτε Τούρκοι είτε Βορειοευρωπαίοι, αναφέρονταν σ’ αυτούς και σε όλους τους κατοίκους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως «Ρωμ», «Ρουμ» ή «Ρωμιούς» – ως κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με άλλα λόγια, οι οποίοι είχαν επίσης σαν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Προσπαθώντας να ξεδιαλύνει αυτές τις έννοιες, ένας Τουρκοπόντιος που το χωριό του ήταν κάποτε ελληνικό είπε στον Άντονι Μπράιερ: «Αυτή είναι ρωμαίικη (Ρουμ) χώρα· κάποτε μιλούσαν χριστιανικά εδώ…»
Οι κάτοικοι των ποντιακών κοιλάδων αλλά και των πόλεων έδειχναν να αναγνωρίζουν την ταυτότητά τους στα εξής: στο ότι ανήκαν σε μια πατρίδα η οποία μπορούσε να είναι ακόμα κι ένα μικρό χωριό, στο ότι δεν ήταν χριστιανοί της Δύσης (ρωμαιοκαθολικοί) και στο ότι ένιωθαν μέλη μιας πολιτικής οντότητας τόσο αρχαίας, ιερής και ανώτερης από όλες τις άλλες, που δεν χρειαζόταν καν να ονομαστεί. Αυτή την κοινότητα την αποκαλούμε, αρκετά χαλαρά, «Ανατολική Αυτοκρατορία» ή «Βυζάντιο». Αυτό δεν μπορεί να μεταφέρει τον σχεδόν υπερβατικό βαθμό σπουδαιότητας που απέδιδαν οι «Ρωμιοί» στην Αυτοκρατορία ακόμα κι όταν είχαν περάσει πολλά χρόνια απ’ την ανατροπή της, σαν να ήταν η αιώνια ουσία όλων των πολιτικών κοινοτήτων, σε σχέση με την οποία άλλα κράτη και βασίλεια δεν ήταν παρά φευγαλέα και προσωρινά μορφώματα.
Ονομάζουμε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη ή Βυζάντιο· οι Βίκινγκς την έλεγαν Μίκλεγκαρντ· οι Τούρκοι Ιστανμπούλ, λέξη που αποτελείται από τις τρεις ελληνικές λέξεις εις την Πόλιν. Και για τους κατοίκους της, είτε ζούσαν μέσα στα τείχη της είτε στον Πόντο είτε στη Γεωργία είτε στην Κριμαία είτε στις εκβολές του Δούναβη, το όνομά της ήταν ένα: «Η Πόλη». Άλλη δεν υπήρχε. Ούτε ήταν δυνατόν ποτέ να έχει τέλος αυτή η πόλη, παρά μόνο σε έναν παγκόσμιο κατακλυσμό. Η ουσία ήταν ακατάλυτη. Αναπόφευκτα λοιπόν η γήινη έκφρασή της θα επέστρεφε.
Το παρακάτω είναι ένα ποντιακό δημοτικό τραγούδι που συνετέθη πριν από πεντακόσια χρόνια, όταν έφτασαν στην Τραπεζούντα τα νέα για την πτώση της Κωνσταντινούπολης:

Έναν πουλίν καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην·
ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και ν-εκόνεψεν και ’ς σου Ηλί’ τον κάστρον.
Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν ’ς σο αίμαν βουτεμένον,
εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν χαρτίν έχει γραμμένον.
Ατό κανείς ’κ’ ενέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης·
έναν παιδίν καλόν παιδίν έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ’ αναγνώθ’, σίτε κλαιγεί, σίτε κρούει την καρδίαν.
«Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»
Μοιρολογούν τα εγκλησιάς, κλαίγ’νε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
«Μη κλαις, μη κλαις, Αϊ Γιάννε μου, και δερνο-
κοπισκάσαι».
«Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία ’πάρθεν!»
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».

Για να επισκεφτείς το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά πρέπει να πας μέχρι την Πλατεία Ταξίμ της Τραπεζούντας και να βρεις το γεράκο με τη Σεβρολέτ Μπελ-Αιρ. Μετά το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να καθίσεις σ’ ένα πεζούλι στον ήλιο ώσπου να βρει ο γεράκος αρκετούς πελάτες για να γεμίσει το αυτοκίνητο. Το Μπελ-Αιρ, που η μηχανή του καταπίνει ένα ντεπόζιτο μεγέθους μικρής βυζαντινής στέρνας κάθε μέρα, κοστίζει πολύ ακριβά.
Το αυτοκίνητο κατευθύνεται προς το βουνό και ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη), την πόλη των ορυχείων αργύρου στο μυχό της πεδιάδας. Μετά από μερικά χιλιόμετρα το Μπελ-Αιρ αφήνει τον κεντρικό δρόμο κι ακολουθεί ένα μεγάλο δασωμένο φαράγγι όπου κυλάει ένας ορμητικός ποταμός. Μαντιλοφορεμένες μεσαιωνικές φιγούρες οδηγούν ζώα σε γέφυρες φτιαγμένες από κορμούς δέντρων ή λιχνίζουν σανό στ’ αλώνια. Πενήντα χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα, το αυτοκίνητο σταματάει. Το φαράγγι έχει γίνει ένας πετρώδης και απότομος γκρεμός που υψώνεται πάνω από το πευκοδάσος. Το ποτάμι δημιουργεί αντηχήσεις. Ο ουρανός είναι μια γαλάζια σχισμή από πάνω μας. Ψηλά στο βράχο βλέπουμε κάτι που μοιάζει με απομεινάρια χελιδονοφωλιάς, γαντζωμένα στην πέτρα, που τη σάρωνε ένα δυνατό χέρι. Αυτό είναι το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, η «Ιερά, Αυτοκρατορική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας του Θεού Μητρός του Όρους Μελά», προικισμένη από τουλάχιστον πέντε Κομνηνούς αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, που κάποτε κατείχε ολόκληρη την κοιλάδα και τα χωριά της.
Ένα μονοπάτι, που μερικές φορές γίνεται σκάλα, ανεβαίνει στριφογυριστά απ’ το ποτάμι στο βράχο. Χρειάζεσαι μισή ώρα ανάβαση ανάμεσα στα μαύρα πεύκα και στις αζαλέες για να φτάσεις μέχρι επάνω. Το μοναστήρι είναι χτισμένο σ’ ένα πλάτωμα, όχι μακριά από την κορυφή, που εισχωρεί στο βουνό σχηματίζοντας ένα φαρδύ, ρηχό σπήλαιο. Παντού υπάρχουν ερείπια. Αλλά τα ερείπια αυτά είναι ερείπια μίσους κι όχι ερείπια του χρόνου: οι ξεκοιλιασμένοι τοίχοι του ξενώνα που προεξέχει πάνω από το χάος, οι μαυρισμένες τρύπες όπου κάποτε υπήρχαν ξύλινα κτίρια και στοές, οι τσακισμένες πόρτες πέτρινων παρεκκλησιών που το εσωτερικό τους έχει γίνει αντικείμενο βανδαλισμού. Το ιερό στο βάθος, προστατευμένο από μια κοιλότητα του βράχου, ήταν κάποτε σοβαντισμένο και καλυμμένο από τοιχογραφίες. Τώρα ο σοβάς έχει ξεκολλήσει και κρέμεται από το βράχο – κάτι σκούρες φολίδες ζωγραφισμένες με θαμπά χρώματα. Μεγάλα κεφάλια της Παναγίας και του Παντοκράτορα κοιτάζουν από ψηλά και ένας Κομνηνός αυτοκράτορας με την αυλή του φαίνεται στο μισοσκόταδο. Όλα όσα βλέπουμε γύρω μας έχουν μουντζουρωθεί από γκραφίτι, ονόματα και ημερομηνίες, κυρίως τουρκικά, αλλά συχνά –κατά περίεργο τρόπο– και ελληνικά, από τα χρόνια πριν την Kαταστροφή. Εδώ κι εκεί, τετράγωνα κενά στο σοβά του πατώματος και μακρόστενες κάθετες ουλές στους τοίχους δείχνουν τα σημεία όπου επαγγελματίες κλέφτες χρησιμοποίησαν ειδικά εργαλεία για να αποσπάσουν τμήματα του μωσαϊκού, τα οποία κατέληξαν σε δημοπρατήρια του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης.
Έξω, στο λαμπρό φως που λούζει το πλάτωμα, το νερό πέφτει από μια πηγή τριάντα μέτρα πάνω από τα κεφάλια μας, στη μύτη του βράχου που προεξέχει. Κάθε σταγόνα νερού διαλύεται σε λαμπερά σταγονίδια όταν χτυπάει με πάταγο στο βράχο. Στο σημείο αυτό έχει δημιουργηθεί μια λακκούβα με λάσπη, κάτω από μια επιγραφή που γράφει στα τουρκικά και τ’ αγγλικά: «Αγιασμένον Ύδωρ». Εκεί δίπλα υπάρχουν διχτυωτά και σκα- λωσιές και άντρες που κουβαλάνε σακιά με τσιμέντο πάνω σε μαδέρια. Η αναστήλωση έχει ξεκινήσει. Είναι όμως δύσκολο να φανταστείς πώς ήταν το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά το δέκατο όγδοο αιώνα, όταν ο πατήρ Χριστόφορος και οι είκοσι τρεις γέροντες δέχονταν απεσταλμένους που κουβαλούσαν σε ένδειξη τιμής χρυσά νομίσματα από χώρες μακρινές όπως η Μολδαβία, ή όταν βικτοριανοί λόγιοι από την Ευρώπη ξεφύλλιζαν και αντέγραφαν χειρόγραφα στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού – απ’ την οποία έχει μείνει τώρα μόνο μια επιγραφή σ’ έναν τοίχο που χάσκει πάνω από ένα κενό τριακοσίων μέτρων· ή όταν το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε για πάντα το 1923.
Kανείς δεν ξέρει πότε άρχισε η λατρεία σ’ αυτό το πλάτωμα. Mια επιγραφή του δέκατου τέταρτου αιώνα λέει ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε «από τον Αυτοκράτορα, αφέντη Aνατολής και Δύσης», αλλά πρέπει να υπήρχε ναός στο μέρος αυτό πολύ πριν από τότε. Ο παλιός μύθος της Σουμελά λέει ότι ο Άγιος Λουκάς ζωγράφισε μια εικόνα της Παναγίας η οποία μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αλλά ότι η Παναγία κουράστηκε στην αμαρτωλή πόλη και έπεισε μερικούς αγγέλους να κανονίσουν να δραπετεύσει. Διέσχισε πετώντας το Αιγαίο και τη Μαύρη Θάλασσα και κατέβηκε να κρυφτεί στο σπήλαιο κάτω από το βράχο. Εδώ την ανακάλυψαν δύο ερευνητές μοναχοί σταλμένοι από την Αθήνα, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, οι οποίοι αποφάσισαν να μην τη στείλουν πίσω στην Ελλάδα, αλλά να χτίσουν ένα καινούργιο μοναστήρι στο βουνό γύρω από την εικόνα.
Η πρώτη περίοδος δόξας της Σουμελά ήταν την εποχή των Κομνηνών της Τραπεζούντας. Ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390) ήταν ο κατεξοχήν προστάτης της. Καθώς σώθηκε από μια καταιγίδα με την επέμβαση της εικόνας της Παναγίας, πλήρωσε για την ανακατασκευή του μοναστηριού και το 1361 σκαρφάλωσε ώς εκεί πάνω για να παρακολουθήσει μια έκλειψη ηλίου. Η δεύτερη περίοδος ευημερίας ήταν το δέκατο όγδοο αιώνα, πολύ μετά την τουρκική κατάκτηση, όταν άρχισαν να λειτουργούν τα ορυχεία αργύρου του Γκιουμουσχανέ. Οι αρχιεπίσκοποι της Χαλδίας, της περιοχής γύρω από το Γκιουμουσχανέ, πήραν τη Σουμελά υπό τη σκέπη τους και χρηματοδότησαν περαιτέρω κατασκευές, περισσότερες τοιχογραφίες και την αναστήλωση των μεσαιωνικών τοιχογραφιών. Και ήταν κάτι που μπορούσαν να το κάνουν: οι περισσότεροι προέρχονταν από την οικογένεια των Φυτιάνων, που είχαν την αποκλειστικότητα της εκμετάλλευσης του ορυχείου από το σουλτάνο.
Οι τουρκικοί ταξιδιωτικοί οδηγοί που πουλιούνται στην Πλατεία Ταξίμ δίνουν την εξής εκδοχή για την Kαταστροφή του 1923: «Μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, οι Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή γύρισαν στη δική τους χώρα και το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά εκκενώθηκε και εγκαταλείφθηκε». Στη δική τους χώρα; Γύρισαν; Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ζήσει στον Πόντο τρεις περίπου χιλιάδες χρόνια. Η ποντιακή διάλεκτός τους ήταν ακατανόητη στους Αθηναίους του εικοστού αιώνα. Ο κόσμος τους ήταν η ακτή της Μαύρης Θάλασσας και οι οικογενειακές τους σχέσεις με το εξωτερικό ήταν με την τεράστια ελληνοποντιακή κοινότητα, η οποία είχε ήδη εγκατασταθεί στη Ρωσική Αυτοκρατορία: στον Καύκασο, στην Κριμαία και στις χώρες γύρω από τη θάλασσα του Αζόφ.
Και όμως οι ταξιδιωτικοί οδηγοί δεν έχουν εκατό τα εκατό άδικο. Σε όλη τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα, δύο δυνάμεις επενεργούσαν στην αρχαία κοινότητα των Ελληνοποντίων με όλο και μεγαλύτερη ένταση: ένα ιδεολόγημα και μια πραγματικότητα. Το ένα ήταν ο ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος εκπορευόταν απ’ την Κωνσταντινούπολη και μετά από την Αθήνα, ταυτόχρονα μοντερνιστικός και ρομαντικός. Η πραγματικότητα ήταν η άνοδος της ρωσικής δύναμης γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα και οι διαδοχικοί πόλεμοι οι οποίοι ώθησαν τη Ρωσία στα Βαλκάνια στα δυτικά και μέχρι τις παραλιακές περιοχές του Καύκασου στα ανατολικά. Κάθε πόλεμος, ο οποίος αύξανε τις εντάσεις μεταξύ χριστιανών και οθωμανικών αρχών στην Ανατολία, οδηγούσε σε μια έξοδο Ελλήνων προς τη φιλόξενη αγκαλιά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, με ταυτόχρονη είσοδο μουσουλμάνων προσφύγων, κυρίως από τον Καύκασο, στην περιοχή του Πόντου. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, γύρω στους 42.000 Έλληνες, περίπου το ένα πέμπτο του ποντιακού πληθυσμού, ακολούθησαν τα ρωσικά στρατεύματα που αποχωρούσαν. Ακόμη περισσότεροι Έλληνες έφυγαν μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, για να εγκατασταθούν κυρίως στη Γεωργία και στην Κριμαία, μια ακόμη μετανάστευση έγινε μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, και μέχρι το 1880 εκατό περίπου χιλιάδες Έλληνες είχαν βρει καταφύγιο υπό τη χριστιανική σκέπη του τσάρου. Η τελευταία από αυτές τις κινήσεις έγινε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ρωσικά στρατεύματα που προήλαυναν στη νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας κατέλαβαν την Τραπεζούντα για δύο χρόνια, μεταξύ 1916 και 1918, και όταν αποχώρησαν, μαζί τους έφυγαν άλλες 80.000 Έλληνες, φοβούμενοι αντίποινα.
Η «ποντιακή αναγέννηση», αντίθετα, ήρθε από τη Δύση. Γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα οι ελληνικές κοινότητες ρίχτηκαν με τα μούτρα στις εμπορικές ευκαιρίες του δέκατου ένατου αιώνα, στη ναυτιλία, στις τράπεζες, στην καλλιέργεια καπνού και στη βιομηχανία. Χρησιμοποίησαν την ευημερία τους όχι μόνο για επενδύσεις αλλά και για τη μόρφωση και τον πολιτισμό. Ο Γεώργιος Μαρασλής, για παράδειγμα, που η οικογένειά του προερχόταν από το Πλόβντιβ της σημερινής Βουλγαρίας, ήταν δήμαρχος Οδησσού από το 1897 έως το 1907· με την προσωπική του περιουσία ίδρυσε σχολεία, βιβλιοθήκες, εκδοτικούς οίκους και διδασκαλικές ακαδημίες όχι μόνο στην Οδησσό αλλά και στη Θράκη, στο Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη), στη Θεσσαλονίκη, στην Κέρκυρα και στην Αθήνα.
Η Τραπεζούντα συμμετείχε σ’ αυτή την ευημερία, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες που το λιμάνι χρησιμοποιήθηκε σαν δυτικός διαμετακομιστικός σταθμός του χερσαίου δρόμου που έφτανε απ’ την Ινδία μέσω Περσίας (αυτή η ευημερία σταμάτησε ξαφνικά όταν άνοιξε η Διώρυγα του Σουέζ το 1869). Στην πόλη υπήρχαν ευρωπαϊκά προξενεία και έξι ελληνικές τράπεζες. Ολόκληρος ο Πόντος ωφελήθηκε από την άνθηση των σχολείων και μαζί με τη γνώση ήρθε και μια καινούργια γενιά μη κληρικών δασκάλων σπουδασμένων στην Κωνσταντινούπολη ή στην Αθήνα, για τους οποίους η ελληνική γλώσσα δεν ήταν ποντιακή αλλά κλασική.
Για πρώτη φορά οι διανοούμενοι βάλθηκαν να δώσουν στους Πόντιους εθνική συνείδηση. Αυτό απαιτούσε «προέλευση» και «ρίζες». Ο Άντονι Μπράιερ αφηγείται την ιστορία του «Τριανταφυλλίδη, ενός γυμνασιάρχη από τη Χαλδία… Βάφτισε το γιο του Περικλή και τον έστειλε στην Αθήνα, απ’ όπου επέστρεψε μετά το 1842 για να διδάξει Ξενοφώντα και αρχαία ελληνικά στο Φροντιστήριον της Τραπεζούντος… Μέχρι το 1846, οι σχολάρχες είχαν μετονομάσει το Γκιουμουσχανέ σε “Αργυρούπολη”». Σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτιστικής εθνογένεσης, οι δάσκαλοι ενσωμάτωσαν τον Πόντο όχι μόνο στο Βυζάντιο αλλά στην ίδια την Αθήνα του Περικλή. Σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο της Μαύρης Θάλασσας συνέβαινε το ίδιο. Οι δάσκαλοι και τα σχολικά προγράμματα έρχονταν από την Αθήνα και έφερναν μαζί τους μια καινούργια έννοια ελληνικότητας, που συνέδεε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μαύρης Θάλασσας με το «έθνος» της Ελλάδας.
Κι αυτός δεν ήταν επ’ ουδενί ένας εθνικισμός μιας «Μικρής Ελλάδας» περιορισμένης στην άγονη χερσόνησο του Αιγαίου. Tο 1844 ένας ομιλητής στο ελληνικό Κοινοβούλιο ανέπτυξε αυτή την νεότευκτη ταυτότητα: «Το Βασίλειο της Ελλάδας δεν είναι η Ελλάδα, αλλά μόνο ένα μέρος, το μικρότερο και το φτωχότερο… Έλληνας δεν είναι μόνο κάποιος που ζει μέσα σ’ αυτό το Βασίλειο, αλλά επίσης κάποιος που ζει στα Ιωάννινα, στις Σέρρες, στην Αδριανούπολη, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στην Τραπεζούντα, στην Κρήτη και σε κάθε τόπο που συνδέεται με την ελληνική ιστορία και την ελληνική φυλή… Υπάρχουν δύο κέντρα του ελληνισμού: η Αθήνα, η πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου, και η Πόλη, το όνειρο και η ελπίδα όλων των Ελλήνων». Αυτή ήταν η «Μεγάλη Ιδέα», το όραμα μιας αναγεννημένης «Ρωμανίας» με την πρωτεύουσά της στην Πόλη, που θα έφτανε από την Αθήνα μέχρι τα σύνορα της Γεωργίας και της Ουκρανίας. Όμως η «Μεγάλη Ιδέα» είχε αποκτήσει τώρα έναν πολύ πιο εντυπωσιακό γενέθλιο μύθο, ο οποίος οδηγούσε μέχρι τον Παρθενώνα, τη Στοά και τη μάχη του Μαραθώνα.
Γι’ αυτό και ο Χρύσανθος, ο τελευταίος μητροπολίτης της Τραπεζούντας, μπόρεσε το 1923 να οδηγήσει 164.000 Ελληνοπόντιους στην ελληνική «πατρίδα» – μια χώρα ξένη γι’ αυτούς γεωγραφικά, κλιματικά, πολιτικά και γλωσσικά. Είναι αλήθεια ότι σ’ εκείνη την πολιτική συγκυρία δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Η Ρωσική Αυτοκρατορία είχε μετατραπεί σε Σοβιετική Ένωση, η οποία ήταν εχθρική προς τους Έλληνες μετά από μια καταστροφική κατάληψη της Οδησσού και της Σεβαστούπολης από τον ελληνικό στρατό το 1919. Η Γεωργία, όπου είχαν εγκατασταθεί εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνοπόντιοι, είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ύστερα όμως την ανακατέλαβαν οι μπολσεβίκοι. Οι προσπάθειες στη Σύνοδο Ειρήνης των Βερσαλλιών να υπάρξει διεθνής υποστήριξη για μια ανεξάρτητη «Ποντιακή Δημοκρατία» ή για ένα Αρμενικό κράτος στη Μικρά Ασία, το οποίο θα περιλάμβανε την Τραπεζούντα και θα έδινε στους Ελληνοπόντιους εσωτερική αυτονομία, δεν καρποφόρησαν.
Η ελληνική εισβολή στην Ανατολία, την οποία ενθάρρυνε ο Λόιντ Τζορτζ, συνετρίβη από τον Κεμάλ Ατατούρκ το 1922. Η επόμενη χρονιά έφερε τη Συνθήκη της Λωζάνης και την «ανταλλαγή» μουσουλμανικών και χριστιανικών μειονοτήτων. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και των νησιών του Αιγαίου δυτικά από τα Δαρδανέλια έμειναν εκεί για μισό ακόμα αιώνα, ώσπου οι περισσότεροι από τους επιζώντες Έλληνες έφυγαν κατά την ελληνοτουρκική σύγκρουση για την Κύπρο το 1974. Η «Μεγάλη Ιδέα» ήταν επιτέλους νεκρή.
Όμως οι Ελληνοπόντιοι ήταν κάθε άλλο παρά νεκροί. Από πατρίδα με σκορπισμένα παιδιά, ο Πόντος είχε μετατραπεί σε διασπορά. Ένα μέρος αυτής της διασποράς ζούσε τώρα στην Ελλάδα, παραμένοντας για τους υπόλοιπους κατοίκους της Ελλάδας ένα αινιγματικό, εσωστρεφές έθνος μέσα στο έθνος. Το άλλο μέρος εξαφανίστηκε πίσω από τα τείχη του κάστρου της Σοβιετικής Ένωσης, και ο έξω κόσμος, συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των Ελλήνων, τους ξέχασε. Εκείνοι όμως, απ’ ό,τι αποδείχτηκε, δεν ξέχασαν ούτε τον Πόντο ούτε την Ελλάδα.


Στην καινούργια Σοβιετική Ένωση οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Άποικοι συγκεντρωμένοι στις βόρειες ακτές της Aζοφικής (οι «Έλληνες της Μαριούπολης») είχαν δική τους διάλεκτο και πολιτισμό· ήταν απόγονοι μιας παλαιότερης κοινότητας αγροτών στην Κριμαία, την οποία είχε μεταφέρει στη Νότια Ρωσία η Μεγάλη Αικατερίνη. Όμως στην πλειονότητά τους ήταν ποντιακής καταγωγής. Οι Έλληνες ζούσαν στα λιμάνια, ιδιαίτερα στην Οδησσό, στο Ροστόφ και στη Σεβαστούπολη, στις εύφορες στέπες του Κουμπάν, στις παραλιακές πόλεις και τα χωριά της Γεωργίας και της Αμπχαζίας και στους λόφους της κεντρικής Γεωργίας.
Τα πρώτα σοβιετικά χρόνια ήταν ανεκτά, ακόμα και ενθαρρυντικά. Οι Έλληνες σύντομα ανένηψαν απ’ τις καταστροφές του ρωσικού εμφυλίου. Διατήρησαν το μεγαλύτερο μέρος των αγρών τους και έζησαν μια έντονη πολιτιστική αναγέννηση: μια μεταρρύθμιση του ελληνικού αλφαβήτου· άφθονα τολμηρά και ενδιαφέροντα ελληνικά βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες στα περίπτερα· ένα δίκτυο εκπαίδευσης στην ελληνική γλώσσα που το στήριζε το κράτος. Στην ακτή του Κουμπάν και σε μερικές περιοχές της Ουκρανίας εγκαθιδρύθηκαν αυτόνομες ελληνικές περιοχές.
Όμως με την κολεκτιβοποίηση της γεωργίας μετά το 1928 και το σφετερισμό της ανώτατης εξουσίας από τον Στάλιν, οι Έλληνες μετατράπηκαν, σχεδόν απ’ τη μια μέρα στην άλλη, από αγαπημένα παιδιά της Επανάστασης σε αποδιοπομπαίους τράγους. Όλα τους τα χαρακτηριστικά είχαν γίνει τώρα ξαφνικά αντεπαναστατικά: η παράδοσή τους για ελεύθερο εμπόριο, οι σύνδεσμοί τους με τον «ιμπεριαλιστικό» έξω κόσμο και ειδικά με την Αθήνα (πολλοί απ’ αυτούς είχαν ελληνικά διαβατήρια), η ανεξάρτητη κουλτούρα τους. Οι Έλληνες της Νότιας Ρωσίας και της Ουκρανίας αντιστάθηκαν έντονα στην απαλλοτρίωση των χωραφιών τους και χιλιάδες συνελήφθησαν. Καθώς εξελίχθηκαν οι «μεγάλες εκκαθαρίσεις» στη δεκαετία του 1930, οι πνευματικοί και πολιτικοί αρχηγοί τους κατηγορήθηκαν για προδοσία ή τροτσκισμό και δολοφονήθηκαν. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και η ελληνική λ ογοτεχνία καταστράφηκε. Στη Νότια Ρωσία οι πολιτικές διώξεις σύντομα μετατράπηκαν σε ρατσιστικά πογκρόμ· ολόκληρες ελληνικές κοινότητες συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν. Η καθηγήτρια Έφη Βουτυρά, η οποία έχει κάνει πολλές μελέτες για τους Ελληνοπόντιους της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, εκτιμά ότι γύρω στους 170.000 Έλληνες στάλθηκαν στη Σιβηρία και στην Κεντρική Ασία μετά το 1936.
Όμως αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Ολόκληρο το βάρος της κρατικής τρομοκρατίας έπεσε πάνω στους Έλληνες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν τους Τάταρους της Κριμαίας, τους Τσετσένους και τους Γερμανούς του Βόλγα, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης έγιναν ανεπιθύμητη εθνότητα και εξορίστηκαν.
Οι 70.000 Έλληνες της Κριμαίας, σχεδόν όλοι ποντιακής καταγωγής, έφυγαν πρώτοι. Ακολούθησαν οι Έλληνες του Κουμπάν και της Νότιας Ρωσίας. Τελικά, τη νύχτα της 14ης προς 15η Ιουνίου 1949, μια ειδική, τεράστια επιχείρηση που προετοιμαζόταν μυστικά επί μήνες μάζεψε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό πληθυσμό του Καυκάσου. Βασικός στόχος ήταν οι θύλακες της Αμπχαζίας και ολόκληρη η γεωργιανή ακτή μέχρι την τουρκική μεθόριο. Συνελήφθησαν περίπου 100.000 άνθρωποι. Τα χωριά τους περικυκλώθηκαν μες στη νύχτα από ειδικές δυνάμεις της NKVD (της μυστικής υπηρεσίας που μετεξελίχθηκε σε KGB) και τους έδωσαν λίγες μόλις ώρες καιρό για να μαζέψουν ό,τι προλάβουν. Πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν στα σφραγισμένα τρένα και όταν έφταναν στον προορισμό τους –συνήθως μετά από αρκετές εβδομάδες– σκορπίζονταν επίτηδες σε διάφορα μέρη: τοποθετούνταν μέσα σε μικρές μουσουλμανικές κοινότητες και σε κολχόζ βαμβακιού στις πεδιάδες της Κεντρικής Ασίας.
Γιατί έγινε αυτό; Δεν υπάρχει καθαρή απάντηση, ακόμα και σήμερα. Ο φόβος του Στάλιν για πόλεμο στη Μαύρη Θάλασσα, οι αναμνήσεις του από την επέμβαση του 1919, οι γεωργιανές δολοπλοκίες και ο φθόνος για το ότι πολλοί από τους Ελληνοπόντιους κατείχαν ελληνικά διαβατήρια – όλα αυτά προτάθηκαν σαν εξηγήσεις. Ίσως η πραγματική πρόκληση ήταν το ότι οι Έλληνες αποτελούσαν μια οικογένεια. Οι ανθρώπινοι δεσμοί τους ήταν δυνατότεροι από τους τεχνητούς δεσμούς της πολιτικής τού ολοκληρωτικού κράτους. Ήταν κάτοικοι της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά το έγκλημά τους ήταν ότι ήταν «κοσμοπολίτες»· ότι ανήκαν σε έναν ευρύτερο κόσμο εμπορίου, κουτσομπολιού, γάμων και οικογενειακών τάφων, που συνέχιζε τις δραστηριότητές του έξω και πέρα από τα σοβιετικά σύνορα.
Όμως η ζωή στη Μαύρη Θάλασσα χωρίς τους Έλληνες –ντόπιους πολιτικούς και εργοστασιάρχες, μπακάληδες και καφετζήδες, δημοσιογράφους και τραπεζικούς, χοντρεμπόρους και καπετάνιους– έγινε μια αμυδρή σκιά αυτού που ήταν κάποτε. Οι Έλληνες ήταν κάποτε αντικείμενο φθόνου για τους γειτόνους τους. Τώρα ρωτούσαν όλοι τι θα κάνουν χωρίς τους Έλληνες.
Ο Φαζίλ Ισκάντερ είναι το μεγαλύτερο όνομα στην αμπχαζιανή ποίηση και πεζογραφία του εικοστού αιώνα. Στο μυθιστόρημά του Ο Σάντρο από το Τσεγκέμ υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο Σάντρο, ένας Αμπχάζιος τυχοδιώκτης, μπαίνει στον πειρασμό να αγοράσει το σπίτι μιας ελληνικής οικογένειας. Ο άντρας και η γυναίκα έχουν εξοριστεί στη Σιβηρία· τα εγκαταλειμμένα παιδιά τους έχουν σταλεί για υιοθεσία σε συγγενείς στη Ρωσία. Είναι ένα όμορφο σπιτάκι, φροντισμένο, με λουλούδια και οπωροφόρα ολόγυρα. Όμως τότε ο πατέρας του Σάντρο, ένας σεβάσμιος γέροντας από τα βουνά, συνειδητοποιεί σιγά σιγά γιατί το σπίτι είναι άδειο και γιατί το σοβιέτ της πόλης το πουλάει στο γιο του με αντίτιμο δυο γουρούνια.

«Γιε μου», άρχισε με ήρεμη και τρομερή φωνή, «παλιά, εάν κάποιος εκδικητής σκότωνε τον εχθρό του, δεν άγγιζε ούτε ένα κουμπί από τα ρούχα του. Πήγαινε το σώμα στο σπίτι του εχθρού του, το άφηνε στο χώμα και φώναζε την οικογένειά του να βγει έξω και να πάρει μέσα το νεκρό καθαρό και αμόλυντο από το άγγιγμα των ζώων. Έτσι ήταν τα πράγματα. Αυτοί οι άνθρωποι τώρα σκοτώνουν αθώους και ξεσκίζουν τα ρούχα τους για να τα πουλήσουνε φτηνά στους λακέδες τους. Μπορείς ν’ αγοράσεις αυτό το σπίτι, αλλά εγώ ποτέ δεν θα πατήσω το πόδι μου σ’ αυτό ούτε θ’ αφήσω εσένα να περάσεις το κατώφλι του δικού μου!»

Όπως και οι Τάταροι της Κριμαίας, που βρέθηκαν μαζί τους στην εξορία, οι Έλληνες του Πόντου στη Σοβιετική Ένωση δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια, να κλαίνε τη μοίρα τους. Προσπάθησαν, παράνομα και μυστικά, να διδάξουν ποντιακά ελληνικά στα παιδιά τους, τα οποία στα σχολεία υφίσταντο την πλύση εγκεφάλου μιας μονογλωσσικής ρωσοσοβιετικής κουλτούρας. Στα άθλια κολχοζοχώρια του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν οι γονείς κατάφεραν να μεταφέρουν τουλάχιστον κάποια ψήγματα του πολιτισμού τους – ειδικά μουσική και μαγει- ρική. Ταυτόχρονα, η αίσθηση της ταυτότητάς τους αργά αργά άλλαξε και σκλήρυνε κατά τις δεκαετίες που πέρασαν στην Κεντρική Ασία. Αν και τώρα είχαν χάσει κάθε επαφή όχι μόνο με την Αθήνα αλλά και με τα υπολείμματα της παλιάς ελληνικής διασποράς γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, πολλά μίλια προς τα δυτικά, η έννοια της «ελληνικότητας» γι’ αυτούς συμπυκνώθηκε στην πίστη της δικής τους, ξεχωριστής, ελληνικής πολιτικής ταυτότητας.
Οι περισσότεροι από τους Ελληνοπόντιους που πήγαν στην εξορία είχαν κρατήσει τα ελληνικά διαβατήριά τους. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η κυβέρνηση των Αθηνών είχε διανείμει εθνικές ταυτότητες σε όλη τη διασπορά, μια χειρονομία που έδειχνε το σεβασμό της προς τη θνήσκουσα, αλυτρωτική «Μεγάλη Ιδέα». Ταυτόχρονα συμπορευόταν μ’ ένα καινούργιο ρεύμα στον μετά το 1918 εθνικισμό: την αντίληψη ότι τα έθνη-κράτη είχαν δικαίωμα, ακόμα και καθήκον, να παραχωρούν την υπηκοότητά τους στους ομοεθνείς τους στο εξωτερικό. Η πολιτιστική συνάφεια εξελίχθηκε σε πολιτική σχέση. Αυτή η ιδέα υιοθετήθηκε κυρίως από έθνη με μεταναστευτική παράδοση και αναγνωρίσιμη διασπορά. Η Γερμανία, η Ιρλανδία και τελικά το Ισραήλ ήταν από εκείνα τα έθνη-κράτη τα οποία κατασκεύασαν εκδοχές του «δικαιώματος επιστροφής», του δικαιώματος στην υπηκοότητα που βασιζόταν σε εθνικά κριτήρια, τα οποία μπορούσαν να είναι βιολογικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά ή ένα κράμα των παραπάνω. Η Πολωνία, πριν και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πειραματίστηκε με διάφορες εκδοχές της μητέρας-πατρίδας, μιας κατηγορίας που σκοπό είχε κυρίως να αντλήσει από τον πλούτο της τεράστιας πολωνικής διασποράς στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τι ακριβώς σήμαινε αυτό το σάλπισμα ταύτισης με την «πατρίδα»; Τα σημερινά κράτη της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, του Ισραήλ, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας είναι όλα σύγχρονες αναβιώσεις παλιών χαμένων κοινωνιών. Ως αναβιώσεις είναι όλες εξαιρετικά ανακριβείς· καμιά απ’ αυτές δεν έχει τα σύνορα της «αρχικής». Όλες όμως οι αρχικές είχαν σαν κοινό χαρακτηριστικό το γεγονός πως τις είχε εξαφανίσει απ’ τον πολιτικό χάρτη κάποια αυτοκρατορική δύναμη. Ήταν φυσικό, λοιπόν, εκείνοι που άφησαν την παλιά εθνική γη σαν μετανάστες –κυρίως το δέκατο ένατο αιώνα– να έχουν διατηρήσει και να έχουν μεταφέρει στους απογόνους τους την αντίληψη πως η αναχώρησή τους από τη γενέθλια γη είχε γίνει διά της βίας και δεν ήταν δική τους ελεύθερη επιλογή.
Η αναβίωση αυτών των χωρών ως ανεξάρτητων εθνικών κρατών ήταν επομένως ταυτόχρονα συγκινητική και παρηγορητική για τη διασπορά. Ήταν συγκινητική γιατί η ανεξαρτησία όχι μόνο έπαιρνε εκδίκηση για το τραύμα της μετανάστευσης, αλλά το νομιμοποιούσε κιόλας. Σε μια χώρα σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, η εμφάνιση της Ιρλανδίας ή της Πολωνίας στην παγκόσμια σκηνή σαν κράτος με πλήρεις θεσμούς, που εκδίδει τα δικά του διαβατήρια και παρακολουθεί τις διεθνείς συνδιασκέψεις, ανέβασε την αυτοεκτίμηση των Ιρλανδών της Βοστόνης και των Πολωνών του Σικάγου. Η όλη ρητορική τής θριαμβευτικής εθνικής απελευθέρωσης απέδιδε τις τραγωδίες του παρελθόντος στην ξένη αυτοκρατορική καταπίεση. «Δεν το σκάσαμε από την πατρίδα μας την ώρα που μας χρειαζόταν. Μας έδιωξαν από εκεί οι Άγγλοι επικυρίαρχοι ή οι Ρώσοι χωροφύλακες ή οι τσαρικοί Κοζάκοι».
Aυτό ήταν επίσης παρηγορητικό για τη διασπορά γιατί απαιτούσε ελάχιστα από το μετανάστη. Μπορεί να υπήρχε βέβαια ισχυρή ηθική πίεση για «επιστροφή» – έντονη στην περίπτωση του σιωνισμού, επιπόλαιη στις περιπτώσεις της Ιρλανδίας και της Πολωνίας. Και στις δυο όμως περιπτώσεις ο μετανάστης είχε και την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο. Μπορούσε να παραμείνει στη σχετική άνεση του Σικάγου, της Νέας Υόρκης ή της Μελβούρνης, με την επιπλέον συναισθηματική ενίσχυση του δεύτερου διαβατηρίου και μιας σημαίας που μπορούσε να την κρατάει στην παρέλαση για την εθνική εορτή της παλιάς πατρίδας.*
Ταυτόχρονα, το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ διασποράς και «πατρίδας» ήταν δυνατό να διευρυνθεί πολύ γρήγορα. Kάτι λιγότερο από δυο αιώνες ήταν αρκετοί για να μετατρέψουν τον μέσο Πολωνό του Ιλινόις σε ξένο στη Βαρσοβία, όπου, εάν βέβαια ξέρει πολωνικά, συνήθως μπερδεύει τους ακροατές του χρησιμοποιώντας απομεινάρια κάποιας παμπάλαιας χωριάτικης διαλέκτου. Στη Βουδαπέστη, οι γυναίκες από την Τρανσυλβανία, που πουλάνε κεντήματα στις υπόγειες διαβάσεις φορώντας τις

* Η Σκοτία αποτελεί μια περίεργη εξαίρεση. Αν και υπάρχουν μεγάλες και καλά οργανωμένες σκοτσέζικες κοινότητες της διασποράς στη Βόρεια Αμερική και στην Αυστραλασία, το σχέδιο του Σκοτσέζικου Eθνικού Kόμματος για μια ανεξάρτητη Σκοτία είναι να περιορίσει την απόδοση εθνικότητας μόνο σε όσους διαμένουν στη Σκοτία (όποια κι αν είναι η εθνότητά τους) ή γεννήθηκαν εκεί, καθώς και στα παιδιά τους. Η απόφασή τους να αποφύγουν τον εθνοτικό εθνικισμό φαίνεται αξιοθαύμαστη, αλλά εξόρ- γισε τον Σκοτσέζο πρώην βουλευτή του Συντηρητικού Kόμματος σερ Νίκολας Φέρμπερν, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε πως ο οποιοσδήποτε «Έλληνας ή Τασμανός ή οποιοδήποτε μπάσταρδο παιδί κάποιου Αμερικανού φαντάρου» θα έχει πιο πολλά δικαιώματα στη Σκοτία από ένα μετανάστη που έχει γνήσια σκοτσέζικη καταγωγή. (Σ.τ.Σ.)
τοπικές τους φορεσιές, δεν είναι ακριβώς μετανάστες –εκείνες τις άφησε η χώρα τους, όταν η Τρανσυλβανία αποσπάστηκε απ’ την Ουγγαρία κι ενσωματώθηκε στη Ρουμανία, και όχι το αντίθετο–, αλλά η κουλτούρα τους απέχει τώρα πολύ από εκείνη των Μαγιάρων του τέλους του εικοστού αιώνα. Ο Γερμανός Einsiedler που φτάνει τώρα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία μετά από εκατοντάδες χρόνια διαμονής στην Ανατολική Ευρώπη, Ουκρανία, Ρωσία και Σιβηρία, συχνά μιλάει ελάχιστα ή καθόλου γερμανικά και κουβαλάει μια ιδέα Γερμανίας –θρησκευόμενης, υποταγμένης στην εξουσία, καταπιεστικής– η οποία είχε ήδη εκλείψει όταν ήταν καγκελάριος ο Μπίσμαρκ.
Δύο διαφορετικές διαδικασίες επενεργούν εδώ, φαινομενικά αντιφατικές αλλά στην ουσία συμπληρωματικές. Καθώς το εθνικό χάσμα διευρύνεται, εντείνεται στον ίδιο βαθμό η υποκειμενική σημασία της εθνικής ταυτότητας – με τη στενή έννοια της υπηκοότητας ενός έθνους-κράτους. Αυτός ο καινούργιος πατριωτισμός τής διασποράς μπορεί να μην είναι παρά μια πολυτέλεια της φαντασίας, υπάρχουν όμως εποχές που, ξαφνικά και απεγνωσμένα, αυτά τα τσεκ της Tράπεζας του Συμβολισμού παρουσιάζονται για εξαργύρωση. Έχουμε ζήσει τέτοιες καταστάσεις εδώ και πενήντα χρόνια. Ο αντισημιτισμός του εικοστού αιώνα στην Ευρώπη, τον οποίο ακολούθησε η άνοδος του αραβικού εθνικισμού, έφερε τους Εβραίους της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής στο Ισραήλ. Καθώς η σοβιετική δικτατορία έχανε το σφρίγος της, οι Γερμανοί του Βόλγα (που επίσης είχαν εκτοπιστεί από τον Στάλιν στην Κεντρική Ασία) ξεκίνησαν για τη Γερμανία ανακοινώνοντας ότι «επέστρεφαν στην πατρίδα».
Οι Έλληνες του Πόντου έκαναν ακριβώς το ίδιο. Περίπου 300.000 έχουν μείνει στις περιοχές της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης, περισσότεροι από τους μισούς στο Καζακστάν και στο Ουζμπεκιστάν. Οι περισσότεροι σκοπεύουν τώρα να «γυρίσουν στην πατρίδα», και γύρω στις 200.000 έχουν ήδη γυρίσει τα τελευταία χρόνια. Και με τη λέξη «πατρίδα» εννοούν τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ακόμα και οι σιωνιστές Εβραίοι δεν μπορούν να συναγωνιστούν τον παραλογισμό αυτής της δήλωσης, από καθαρά ιστορική άποψη. Πάνε περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια από τότε που οι πρώτοι Έλληνες άποικοι πέρασαν το Βόσπορο κι έστησαν τις αποικίες τους γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Οι περισσότεροι από αυτούς προέρχονταν από τις πόλεις της Ιωνίας, από τη σημερινή τουρκική ακτή του Αιγαίου, κι όχι από την Πελοπόννησο. Από τότε, η κουλτούρα τους και η γλώσσα τους διαφοροποιούνται αργά και σταθερά από τις αντίστοιχες της χερσονήσου που ονομάζουμε «Ελλάδα». Κι όμως τώρα οι απόγονοί τους πηγαίνουν στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη λες κι αυτό είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.


Μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953, οι εκτοπισμένοι Έλληνες που είχαν αποκτήσει σοβιετική υπηκοότητα πήραν άδεια να γυρίσουν από την Κεντρική Ασία. (Οι περισσότεροι γύρισαν στη Γεωργία, αν και τα σπίτια και τα χωράφια τους είχαν πουληθεί ή κατασχεθεί μετά το 1949.) Οι υπόλοιποι, εκείνοι που είχαν ελληνικά ταξιδιωτικά έγγραφα μιας χώρας την οποία δεν είχαν δει ποτέ, παρέμειναν στην εξορία. Σ’ αυτό το στάδιο, φαίνεται, η αντίληψη των ίδιων για την κατάστασή τους και για τη σχέση τους με την Ελλάδα άρχισε ν’ αλλάζει. Είχαν δεχτεί το μεγάλο ξεριζωμό, τη φυγή απ’ τους Τούρκους στον Πόντο, ως μετανάστευση, ως μετακίνηση σε καινούργιες ακτές στην ίδια θάλασσα. Όμως η εκτόπιση από τον Στάλιν μετέτρεψε τους Έλληνες του Πόντου, κατά τη δική τους εκτίμηση, σε πρόσφυγες.
Η καθηγήτρια Έφη Βουτυρά επισημαίνει ότι σήμερα η χρήση της λέξης «πρόσφυγας» –ειδικά μάλιστα η λέξη refugee στα αγγλικά– προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κράτους-έθνους. Στα μέσα του εικοστού αιώνα, όλοι υποτίθεται πως ήταν μέλη κάποιας εθνικής κοινότητας. Ο καθένας είχε μια πατρίδα κάπου και κάποιο διαβατήριο. Ο μεγάλος και ολοένα αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που είχαν απομείνει «απάτριδες» σ’ ολόκληρο τον κόσμο –οι πρόσφυγες– ήταν συνεπώς άνθρωποι που το βασικό τους πρόβλημα ήταν ότι είχαν αποκοπεί από το έθνος-κράτος στο οποίο δικαιωματικά ανήκαν. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα προσθέτουμε ένα εθνικό χαρακτηριστικό στον όρο, όπως παραδείγματος χάρη «Βόσνιος / Πολωνός / Ζαϊρινός πρόσφυγας». Πρόσφυγας είναι κάποιος που κάποτε είχε ένα έθνος αλλά το έχασε.
Αυτός είναι ένας πολύ περίεργος και ανεπαρκής χαρακτηρισμός για τα εκατομμύρια εκτοπισμένων ατόμων και οικογενειών που άγονται και φέρονται στην παλίρροια του κόσμου, αλλά οι ίδιοι οι εκτοπισμένοι τείνουν όλο και περισσότερο να τον δεχτούν – ακριβώς γιατί ένας «πρόσφυγας» υποτίθεται πως ανήκει σε μια κρατική οντότητα. Αυτό δεν ήταν πάντα έτσι. Οι κελτόφωνοι Χαϊλάντερς που διώχτηκαν από τις πόλεις τους και μεταφέρθηκαν στον Καναδά θεωρούσαν τους εαυτούς τους μετανάστες και όχι πρόσφυγες, αν και η αναχώρησή τους (Μαζική Εκκένωση Περιοχών) δεν ήταν συνήθως εθελοντική. Οι Ελληνοπόντιοι που έφυγαν από την Τραπεζούντα κι έγιναν καφετζήδες στο Σοχούμι, εκδότες στην Οδησσό ή οινοπαραγωγοί στη Γεωργία θρηνούσαν για τις χαμένες τους πατρίδες, αλλά ήταν έτοιμοι ν’ απλώσουν καινούργιες ρίζες. Όταν όμως ο Στάλιν τους άρπαξε από τη Μαύρη Θάλασσα και τους πέταξε στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, απειλώντας ολόκληρη την κοινότητά τους με φυσική και πολιτιστική εξόντωση, δεν μπορούσαν πια να θεωρούν τους εαυτούς τους μετανάστες. Αυτή τη φορά δεν είχαν απλώς μεταφερθεί, είχαν εξοριστεί.
Στην Κεντρική Ασία οι Ελληνοπόντιοι ήρθαν αντιμέτωποι με δυο ακραίες εναλλακτικές λύσεις. Η μια ήταν να αφομοιωθούν με τη σοβιετική κοινωνία και να προσπαθήσουν ν’ ανέβουν στην ιεραρχία του Κόμματος – πράγμα που πολλοί Έλληνες το έκαναν. Η άλλη ήταν να απορρίψουν ολόκληρο το καινούργιο περιβάλλον. Στο τέλος, και η επιλογή αυτή έπαψε να υπάρχει. Το Κομμουνιστικό Κόμμα και μετά η Σοβιετική Ένωση ανατράπηκαν και βυθίστηκαν, αφήνοντας αναρριχητές και αντιρρησίες μαζί στο ίδιο καράβι που βούλιαζε: όλοι τώρα ήταν μη Καζάχοι και μη Ουζμπέκοι «αποικιοκράτες» σε πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένες μουσουλμανικές χώρες. Οι «ντόπιοι», οι οποίοι με το δίκιο τους δεν έβλεπαν καμιά διαφορά ανάμεσα σε ξένους που είχαν φτάσει στη χώρα τους ως κατακτητές, αυτοκρατορικοί άποικοι ή εκτοπισμένα θύματα, κοιτούσαν τα χωράφια και τις κρατικές θέσεις που κατείχαν Ρώσοι, Ουκρανοί, Τάταροι της Κριμαίας, Έλληνες, Γερμανοί του Βόλγα, Τσετσένοι και Μεσκέτοι Τούρκοι και άρχισαν να τους πολιορκούν. Ήδη το 1990 οι εθνοτικές ταραχές μεταξύ ντόπιων και εισβολέων είχαν αρχίσει να εξαπλώνονται στις δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Τώρα, με ανανεωμένη απόγνωση, οι Έλληνες του Πόντου έκαναν έκκληση στο «έθνος τους»: στην Ελλάδα.
Τα πρώτα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση υπήρξε μια κάποια έξοδος προς την Ελλάδα και κάμποσοι ακόμη Έλληνες κατάφεραν να το σκάσουν μεταξύ 1938 και 1939, μετά τις Μεγάλες Εκκαθαρίσεις. Αμέσως μετά, τα εξωτερικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης σφραγίστηκαν ερμητικά. Και δεν ξανάνοιξαν παρά μόνο πενήντα χρόνια αργότερα, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ άρχισε να χαλαρώνει τους κανόνες της μαζικής μετανάστευσης.
Εκείνη την εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ζούσαν στη Σοβιετική Ένωση περίπου 500.000 Έλληνες, σχεδόν όλοι ποντιακής καταγωγής. Στα τέλη της δεκαετίας έφταναν στην Ελλάδα με ρυθμό 20.000 το χρόνο και στα μέσα της δεκαετίας του 1990 τα ελληνικά χωριά στην Κεντρική Ασία ήταν πια στην ουσία άδεια. Μερικοί, πολύ λίγοι, γύρισαν στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στη Νότια Ρωσία ή στη Γεωργία. Κάποιοι μάλιστα ονειρεύονταν την αναβίωση της παλιάς ιδέας για μια αυτόνομη ελληνική περιοχή στο Κουμπάν· έγινε ένα συνέδριο με Έλληνες αντιπροσώπους στο Γκελεντζίκ, κοντά στο Νοβοροσίσκ, το 1991, και βγήκε και μια ελληνόφωνη εφημερίδα (ο «Πόντος») στο μικρό λιμάνι της Ανάπα. Όμως ο Καύκασος γινόταν σιγά σιγά όλο και λιγότερο ελκυστικός για τους Έλληνες εξόριστους. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γεωργία ακολουθήθηκε από έναν ακόμη πιο βίαιο αγώνα, καθώς η Αμπχαζία, ιστορικά ένα από τα παραδοσιακά κέντρα ελληνικής εγκατάστασης, πολέμησε κατά της Γεωργίας για την ανεξαρτησία της. Οι περισσότεροι Ελληνοπόντιοι πήραν το δρόμο για την «πατρίδα» – την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη.
Ταξιδεύοντας προς τα δυτικά με τρένο και μετά με πλοίο, κουβαλούσαν μαζί τους τεράστια ξύλινα κασόνια, γεμάτα όχι μόνο με τα υπάρχοντά τους αλλά και με όλων των ειδών τα φτηνά σοβιετικά σκεύη που μπορούσαν να πάρουν πριν φύγουν. Φτάνοντας σε κάποιο ελληνικό λιμάνι, οι νέοι μετανάστες άνοιξαν τα κασόνια τους και πούλησαν το περιεχόμενό τους σε πάγκους των λαϊκών αγορών. Τελικά, όταν το εμπόρευμα τελείωσε, τα ίδια τα κασόνια χρησίμευσαν σαν πρώτη ύλη για την κατασκευή πρόχειρων σπιτιών, όπου έμειναν οι ποντιακές οικογένειες.
Είχαν «επιστρέψει» σε μια φτωχή χώρα, που είχε ξεχάσει την ύπαρξή τους. Η Ελλάδα τούς άνοιξε την πόρτα της αλλά όχι πάντα και την καρδιά της. Μόνο το ένα τρίτο απ’ αυτούς τους μετανάστες μιλούσαν κάποια ελληνικά κατανοητά στους γείτονές τους, ενώ οι σοβιετικοί τίτλοι σπουδών που είχαν φέρει μαζί τους ήταν χωρίς αντίκρισμα. Δουλειά και στέγη ήταν και είναι δύσκολο να βρεθούν. Και παρ’ όλο που υπάρχει μεγάλη ελληνοποντιακή μειονότητα στην Ελλάδα από το 1923 και μετά, όταν ο μητροπολίτης Χρύσανθος της Τραπεζούντας οδήγησε το λαό του έξω από την Ανατολία, η προκατάληψη απέναντι στους Πόντιους παραμένει. Οι δεξιοί Έλληνες πολύ συχνά τους βλέπουν σαν «Ρώσους», και άρα πολιτικά ύποπτους. Η Αριστερά, με τη σειρά της, δεν θέλει ν’ ακούσει τις εφιαλτικές (και απολύτως αληθινές) ιστορίες των διώξεών τους, της φτώχειας και της διαφθοράς στην παλιά Σοβιετική Ένωση. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα, σε μια χώρα που θεωρεί την εθνική ομοιομορφία ως πεμπτουσία της ελληνικότητας, είναι η επιμονή των Ποντίων να διατηρούν την ξεχωριστή πολιτιστική τους ταυτότητα.
Όπως γράφει ο Άντονι Μπράιερ: «Οι Έλληνες του Πόντου… δεν παραδίδουν τα όπλα. Έχουν τις πιο εκπληκτικές ικανότητες επιβίωσης. Όμως κάποιοι ζητούν μια ιστορία, κάποιοι ζητούν μια πατρίδα, και κάποιοι και τα δυο». Δεν είναι περίεργο που οι σημερινοί Έλληνες συχνά σαστίζουν από τις αντιφάσεις στη συμπεριφορά των Ποντίων. Μπορεί να διάλεξαν την Ελλάδα για σπίτι τους, αλλά ταυτόχρονα –μόλις ξεμπάρκαραν στη γη της επαγγελίας– άρχισαν να πλέκουν έναν υπέροχο εξωτικό ιστό με στοιχεία απ’ την παράδοσή τους και την ιδιόρρυθμη μοίρα τους, που υποδηλώνει ότι η πατρίδα τους είναι, σε τελευταία ανάλυση, κάπου αλλού. Το έμβλημά τους είναι ο ποντιακός αετός ή το βυζαντινό παγόνι, ίσως το «καλό πουλί» που πέταξε από την Πόλη για να αναγγείλει πως «η Ρωμανία πάρθεν». Σύνθημά τους είναι ο τελευταίος στίχος εκείνου του τραγουδιού: η δήλωση πως η νεκρή Ρωμανία «ανθεί και φέρει κι άλλο». Οι τελετές τους είναι ένα ιδιόρρυθμο κράμα θρησκευτικής και πολιτιστικής αφύπνισης. Η παλιά εικόνα της Παναγίας Σουμελά χάθηκε μετά το 1923, αλλά κάθε Αύγουστο, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, γίνεται στην Παναγία Σουμελά της Βόρειας Ελλάδας μια μεγάλη λιτανεία, όπου οι Eλληνοπόντιοι, με παραδοσιακές ενδυμασίες, περιφέρουν στους δρόμους την εικόνα της «προσφυγικής» Παναγίας. Στην καρδιά αυτής της πολιτιστικής αναβίωσης βρίσκεται το ποντιακό θέατρο. Η μελετήτρια Πατρίσια Φαν το περιγράφει σαν μια ημιθρησκευτική τελετουργία· η ίδια η κοινότητα το θεωρεί κάτι σαν «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», που το αγιασμένο νερό της ανοίγει τα τυφλά μάτια ηθοποιών και θεατών για να δουν την πραγματική πίστη της ποντιακής ταυτότητας.
Το «καλό πουλί» θρηνεί και προφητεύει ξανά, αλλά πώς ανθεί και τι καρπούς θα φέρει το δέντρο; Κάποτε αυτό το δέντρο της Ρωμανίας, που κόπηκε από τη ρίζα του αλλά ξαναγεννήθηκε μαγικά από το θάνατο και ξανάβγαλε άνθη, έμοιαζε να είναι μια εκδοχή της «Μεγάλης Ιδέας»: της επανίδρυσης του Imperium της Πόλης σε όλα τα εδάφη και τις ακτές της βυζαντινής χριστιανοσύνης. Όμως τώρα η «Ρωμανία» φαίνεται να έχει κλειστεί στον εαυτό της, να έχει συρρικνωθεί –περίπου όπως και το σημερινό τουρκικό κράτος–, κι από παγκόσμιο βασίλειο να έχει γίνει μια εθνοκεντρική οντότητα που ασχολείται με μια μοναδική παράδοση και μια μοναδική γλώσσα. Η Ρωμανία μοιάζει να έχει γίνει λιγότερο ένα βασίλειο του κόσμου τούτου και περισσότερο ο μυστικός κήπος εκείνων που εναποθέτουν την πίστη τους στο παρελθόν.
Το «πουλί» τραγουδάει ότι, κάποια μέρα, η δόξα και η αξιοσύνη των Ελληνοποντίων θα αναγνωριστεί όπου ομιλούνται τα ελληνικά. Όταν θα έρθει εκείνη η ημέρα της δικαίωσης, τα δυόμισι χιλιάδες χρόνια Ανάβασης θα έχουν επιτέλους τελειώσει. Το θέατρο των μεταμορφώσεων, που έκανε αυτούς τους ανθρώπους πρώτα αποίκους, μετά ξένους στην ίδια τους τη χώρα, μετά μετανάστες, μετά εξόριστους και μετά πρόσφυγες, θα ρίξει την αυλαία του. Το ταξίδι που οδήγησε από τις ακτές της Iωνίας στον Πόντο, από τον Πόντο στην Κριμαία, στο Κουμπάν και στον Καύκασο, από τη Μαύρη Θάλασσα στις νομαδικές στέπες της Κεντρικής Ασίας και τελικά από το Καζακστάν στην Ελλάδα, θα έχει ολοκληρωθεί.



Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More